Η ΕΚΤ λέει ΟΧΙ στον περιορισμό της χρήσης μετρητών, που βαυκαλίζεται η ελληνόφωνη κυβέρνησή μας!!!

Θέτοντας μάλιστα θέμα και για το όριο των 500 ευρώ που ισχύει σήμερα!!!

Επτασέλιδη γνωμοδότηση της ΕΚΤ με αφορμή το νέο φορολογικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης αντιδρά στο ενδεχόμενο να μειωθεί στα 300 ευρώ το όριο πληρωμής με μετρητά, θέτοντας μάλιστα θέμα και για το όριο των 500 ευρώ που ισχύει σήμερα.
Στο έγγραφο που φέρει την υπογραφή της προέδρου της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ σημειώνεται μεταξύ άλλων: «Ούτε το δίκαιο της Ένωσης, ούτε η σύσταση της Επιτροπής προβλέπουν ρητά αν και σε ποιο βαθμό μπορεί να επιτρέπεται η θέσπιση ενός γενικότερου περιορισμού στην υποχρέωση αποδοχής μετρητών σε ευρώ, ως μέσου πληρωμής».
Αναλυτικά στο έγγραφο σημειώνεται, μεταξύ άλλων: Γενικές παρατηρήσεις
2.1 Αναφορικά με τις ισχύουσες σήμερα διατάξεις του ΝΦΕ, οι οποίες εκδόθηκαν το 2016 με σκοπό την προώθηση της ευρύτερης χρήσης των ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής στην Ελλάδα, η ΕΚΤ υπενθυμίζει ότι οι ελληνικές αρχές δεν είχαν υποβάλει αίτημα διαβούλευσης στην ίδια σύμφωνα με τα άρθρα 127 παράγραφος 4 και 282 παράγραφος 5 της Συνθήκης.
2.2 Σύμφωνα με τη Συνθήκη, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) πρέπει να ενεργεί, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοιχτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων.
Το ΕΣΚΤ έχει ως βασικό καθήκον να προωθεί την ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών και η ΕΚΤ έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπει την έκδοση τραπεζογραμματίων ευρώ εντός της Ένωσης.
Τα τραπεζογραμμάτια ευρώ που εκδίδονται από την ΕΚΤ και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες της ζώνης του ευρώ είναι τα μόνα τραπεζογραμμάτια που έχουν την ιδιότητα νόμιμου χρήματος εντός της ζώνης του ευρώ.
2.3 Αν και η σύσταση 2010/191/ΕΕ της Επιτροπής (εφεξής η «σύσταση της Επιτροπής»)22 αναφέρει ότι η αποδοχή των μετρητών ως μέσου πληρωμής θα πρέπει να αποτελεί τον κανόνα, αναγνωρίζει τη δυνατότητα απόρριψης της χρήσης τους για λόγους συναφείς με την «αρχή της καλής πίστης», χωρίς αυτό να αντιβαίνει στην ιδιότητά τους ως νόμιμου χρήματος.
Ούτε το δίκαιο της Ένωσης ούτε η σύσταση της Επιτροπής προβλέπουν ρητά αν και σε ποιο βαθμό μπορεί να επιτρέπεται η θέσπιση ενός γενικότερου περιορισμού στην υποχρέωση αποδοχής μετρητών σε ευρώ ως μέσου πληρωμής.
Για τον λόγο αυτό το δίκαιο της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύεται, προκειμένου να εξακριβώνονται οι όροι τους οποίους θα πρέπει να πληροί κάθε τέτοιος περιορισμός στη διενέργεια πληρωμών με χρήση τραπεζογραμματίων και κερμάτων ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των όρων που θα πρέπει να πληρούνται ως προς τη διατήρηση της ιδιότητας νόμιμου χρήματος των τραπεζογραμματίων και κερμάτων ευρώ όταν εισάγονται γενικοί περιορισμοί στην υποχρέωση αποδοχής των μετρητών ως μέσου πληρωμής.
2.4 Το σχέδιο νόμου πρέπει να τηρεί το ενωσιακό δίκαιο∙ ειδικότερα, κάθε περιορισμός στις πληρωμές με χρήση μετρητών πρέπει να συνάδει με την ιδιότητα νόμιμου χρήματος των τραπεζογραμματίων ευρώ.
Στο πλαίσιο αυτό η αιτιολογική σκέψη 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 974/98 του Συμβουλίου, σύμφωνα με την οποία «οι περιορισμοί που θεσπίζουν για λόγους δημοσίας τάξεως τα κράτη μέλη ως προς τις πληρωμές σε κέρματα και χαρτονομίσματα δεν αντιβαίνουν στην ιδιότητα νομίμου χρήματος των εκφρασμένων σε ευρώ χαρτονομισμάτων και κερμάτων, εφόσον υπάρχουν άλλα νόμιμα μέσα για το διακανονισμό των νομισματικών οφειλών»26, λαμβάνεται υπόψη σε προηγούμενες γνώμες της ΕΚΤ που εξετάζουν τη θέσπιση περιορισμών στη χρήση μετρητών στο πλαίσιο σχεδίων εθνικής νομοθεσίας.
Αν και η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι στην Ελλάδα υπάρχουν εν γένει νόμιμα μέσα διακανονισμού νομισματικών οφειλών πέραν των μετρητών, θα πρέπει να εξακριβώνεται προσεκτικά από τις ελληνικές αρχές η πρόσβαση όλων των τμημάτων της κοινωνίας στα εν λόγω μέσα με κόστος συγκρίσιμο με εκείνο των μετρητών.
Τούτο, διότι τα συγκεκριμένα άλλα μέσα ενδέχεται να έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τα μετρητά και, ως εκ τούτου, ενδέχεται να μην αποτελούν πλήρως ισοδύναμες εναλλακτικές δυνατότητες.
2.5 Εν προκειμένω η ΕΚΤ σημειώνει ότι η οδηγία 2014/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου κατέστησε ευκολότερη για τους καταναλωτές της Ένωσης τη χρήση λογαριασμών πληρωμών και συναφών υπηρεσιών ηλεκτρονικών πληρωμών ως λύση εναλλακτική της χρήσης μετρητών.
Η οδηγία 2014/92/ΕΕ μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο της Ελλάδας με τον νόμο 4465/2017, ο οποίος θεσπίζει το νομικό πλαίσιο δημιουργίας των προϋποθέσεων που καθιστούν προσιτή σε όλους τους καταναλωτές μια ελάχιστη δέσμη τραπεζικών υπηρεσιών.
Ωστόσο, οι εν λόγω τραπεζικές υπηρεσίες και οι υπηρεσίες ηλεκτρονικών πληρωμών τις οποίες παρέχουν οι εμπορικές οντότητες ενδέχεται να υπόκεινται σε επιβαρύνσεις.
2.6 Η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι οι στόχοι του σχεδίου νόμου, δηλαδή :
i) η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και
ii) η διεύρυνση της φορολογικής βάσης, με παράλληλη διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας κατόπιν των μειώσεων του φόρου εισοδήματος εταιρειών και του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων, μπορούν εν γένει να συνιστούν «λόγους δημόσιας τάξης» που δικαιολογούν την εισαγωγή αντικινήτρων μέσω της φορολόγησης των πληρωμών με χρήση μετρητών και του συνακόλουθου περιορισμού τους.
Ωστόσο, κάθε τέτοιος περιορισμός δεν πρέπει να αντιβαίνει στην ιδιότητα νόμιμου χρήματος των τραπεζογραμματίων ευρώ που κατοχυρώνεται στα άρθρα 128 παράγραφος 1 και 282 παράγραφος 3 της Συνθήκης.
Έτσι, θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι οι προτεινόμενοι περιορισμοί στη διενέργεια πληρωμών με χρήση μετρητών που αφορούν την ιδιότητα νόμιμου χρήματος των τραπεζογραμματίων ευρώ θα είναι αποτελεσματικοί από την άποψη της επίτευξης των δημόσιου χαρακτήρα στόχων που δικαιολογημένα επιδιώκουν.
Συνεπώς, θα πρέπει να αποδεικνύεται σαφώς ότι οι περιορισμοί αυτοί είναι πιθανόν στην πράξη να επιτύχουν τον δεδηλωμένο, δημόσιου χαρακτήρα στόχο της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής.
2.7 Τυχόν άμεσοι ή έμμεσοι περιορισμοί στη διενέργεια πληρωμών με χρήση μετρητών θα πρέπει ακόμη να είναι ανάλογοι προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς και να μην υπερβαίνουν τα αναγκαία για την επίτευξή τους μέτρα, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του ότι τα μέτρα που προβλέπει το σχέδιο νόμου επηρεάζουν τις συναλλαγές των φορολογούμενων-φυσικών προσώπων και βασίζονται σε υφιστάμενα νομοθετικά μέτρα τα οποία είχαν θεσπιστεί το 2016 και επιβάλλουν άμεσους περιορισμούς στις πληρωμές με χρήση μετρητών, απαγορεύοντας κάθε τέτοια πληρωμή αξίας άνω των 500 ευρώ στο πλαίσιο συναλλαγών μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων.
Για τον λόγο αυτό τυχόν αρνητικές επιπτώσεις των προτεινόμενων περιορισμών θα πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά σε σχέση με τα προσδοκώμενα δημόσια οφέλη.
Κατά την εξέταση της αναλογικότητας ενός περιορισμού θα πρέπει πάντοτε να λαμβάνονται υπόψη οι αρνητικές του επιπτώσεις και η δυνατότητα εκπλήρωσης του σκοπού του μέσω της θέσπισης εναλλακτικών μέτρων με λιγότερο αρνητικές επιπτώσεις.
2.8 Επιπλέον, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η δυνατότητα διενέργειας πληρωμών τοις μετρητοίς παραμένει ιδιαίτερα σημαντική για ορισμένες κοινωνικές ομάδες που για διάφορους θεμιτούς λόγους προτιμούν να χρησιμοποιούν μετρητά έναντι άλλων μέσων πληρωμής.
Γενικά, τα μετρητά ως μέσο πληρωμής εκτιμώνται επίσης διότι, ως νόμιμο χρήμα, γίνονται ευρέως και γρήγορα αποδεκτά και διευκολύνουν τον πληρωτή στην παρακολούθηση των δαπανών του.
Επιπλέον, πρόκειται για μέσο πληρωμής που επιτρέπει στους πολίτες να διακανονίζουν στιγμιαία μια συναλλαγή, είναι δε η μόνη μέθοδος διακανονισμού σε χρήμα κεντρικής τράπεζας, και στην ονομαστική αξία, της οποίας η χρήση δεν υπόκειται από νομική άποψη στην επιβολή τελών.
Εξάλλου, οι πληρωμές με χρήση μετρητών δεν απαιτούν λειτουργική τεχνική υποδομή και συναφείς επενδύσεις και είναι πάντα διαθέσιμες· αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε περίπτωση διακοπής της δυνατότητας ηλεκτρονικών πληρωμών.
Ακόμη, διευκολύνουν τη συμμετοχή του συνόλου του πληθυσμού στην οικονομία, επιτρέποντας τον διακανονισμό κάθε είδους χρηματοοικονομικής συναλλαγής.
2.9 Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αν και η οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου επιβεβαιώνει τον ευάλωτο χαρακτήρα των συναλλαγών με χρήση μεγάλων ποσών μετρητών από την άποψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, ορίζει ότι τα πρόσωπα που εμπορεύονται αγαθά και που κατά τα λοιπά δεν αποτελούν υπόχρεες οντότητες κατά την έννοιά της πρέπει να ταξινομούνται ως υπόχρεες οντότητες και να εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη μόνο στον βαθμό που η οικεία πληρωμή καταβάλλεται ή εισπράττεται σε μετρητά και αφορά ποσό ίσο ή μεγαλύτερο των 10.000 ευρώ.
Αυτό σημαίνει ότι το σχέδιο νόμου θα πρέπει να θεσπίσει ένα αναλογικό κατώτατο όριο όσον αφορά τα όρια στη διενέργεια πληρωμών με χρήση μετρητών, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους των εν λόγω ορίων.
2.10 Ενόψει των παραπάνω η ΕΚΤ θεωρεί ότι το ισχύον όριο των 500 ευρώ στη διενέργεια πληρωμών με χρήση μετρητών σε συναλλαγές μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων και τα νέα φορολογικά αντικίνητρα προς αποθάρρυνση των εταιρειών να πραγματοποιούν δαπάνες σε μετρητά αξίας άνω των 300 ευρώ δεν τελούν σε σχέση αναλογίας προς τις πιθανές αρνητικές τους επιπτώσεις στο σύστημα πληρωμών με χρήση μετρητών.
Εφόσον ο νομοθέτης επιθυμεί να διατηρηθούν οι περιορισμοί στη διενέργεια πληρωμών με χρήση μετρητών, θα πρέπει να επιλεγούν υψηλότερα κατώτατα όρια και να προβλεφθεί ορισμένος βαθμός ευελιξίας στο σχέδιο νόμου.
Οι συναλλαγές τοις μετρητοίς καθ’ υπέρβαση των καθορισμένων ορίων θα πρέπει να επιτρέπονται εφόσον οι συναλλασσόμενοι είναι σε θέση να διασφαλίζουν την ιχνηλασιμότητα της πληρωμής, προσδιορίζοντας το ποσό της συναλλαγής, την αιτιολογία και τα υποκείμενά της.
Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές καλούνται να αξιολογήσουν την αναλογικότητα και συμβατότητα των υπόλοιπων περιορισμών που ισχύουν για τις πληρωμές με χρήση μετρητών σε σχέση με την ιδιότητα νόμιμου χρήματος των τραπεζογραμματίων, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα αποτελέσματα των μέτρων αυτών δεν υπερβαίνουν τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής.
HJ
Διαβάστε εδώ όλο το κείμενο της γνωμάτευσης

ΠΗΓΗ