Ο Ναός της Αγίας Ειρήνης της Αθηναϊκής οδού Αιόλου

Η επιλογή του Ναού για προσωρινή Μητρόπολη, οι αρχιτέκτονες, οι δωρεές και η αποκατάσταση
Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Επιχρωματισμένο επιστολικό δελτάριο.
Είναι γνωστό ότι προσωρινή Μητρόπολη των Αθηνών, μέχρι να ανεγερθεί νέα εκκλησία, ορίσθηκε και παρέμεινε επί 27 ολόκληρα χρόνια (1835-1862), ο Ναός της Αγίας Ειρήνης της οδού Αιόλου. Αλλά μια τόσο σημαντική επιλογή για τη λειτουργία της πόλης και των Αρχών δεν ήταν εύκολη υπόθεση για τα ελληνικά δεδομένα και τις ειδικότερες συνθήκες που επικρατούσαν στην πρωτεύουσα. Ο ναός θα φιλοξενούσε τις δημόσιες τελετές και θα βρισκόταν
στο επίκεντρο των εξελίξεων, γνωρίζοντας δόξες με την παρουσία των ανώτατων πολιτειακών, πολιτικών και θρησκευτικών Αρχών της χώρας.
Αντίπαλος η Καπνικαρέα!
Μεγαλύτερη βεβαίως και πιο επιδεκτική καλλωπισμού ήταν η Αγία Ειρήνη της οδού Αιόλου. Ο μεσαιωνικός ναός, είχε υποστεί μεν φθορές κατά τα χρόνια της Επανάστασης, αλλά παρέμενε σε σχετικά καλή κατάσταση, τουλάχιστον σε σχέση με τους άλλους ναούς της πόλης. Η πρόταση για την επιλογή της εγκρίθηκε από τους δημογέροντες και την αρμόδια επιτροπή. Σύντομα όμως αποκαλύφθηκε πως το κόστος επισκευής της θα ήταν αρκετά υψηλό και η καθυστέρηση σημαντική.
Πίσω από τις δυσχέρειες που προέκυπταν, βρισκόταν ο υπουργός Εσωτερικών Ι. Κωλέττης, ο οποίος για λόγους που δεν έχουν ακόμη διευκρινιστεί, υποστήριζε πως προσωρινή Μητρόπολη έπρεπε να οριστεί η Καπνικαρέα. Ήταν σαφώς μικρότερη, αλλά όσοι την προτιμούσαν, χρησιμοποιούσαν δύο επιχειρήματα. Αφενός πως συνοδευόταν από ισχυρούς θρύλους. Διότι «ως λέγεται ωκοδομήθη παρά της Αυτοκρατείρας Ευδοξίας»[1]. Αφετέρου πως ήταν σε καλή κατάσταση, οπότε θα απαιτούνταν λιγότερα έξοδα και θα ολοκληρωνόταν πιο γρήγορα. Ο νομάρχης Αττικής και Βοιωτίας Σ. Σκούφος, ακολουθώντας τις εντολές του προϊσταμένου του υπουργού Εσωτερικών, προχώρησε στις απαραίτητες συνεννοήσεις με τον διευθυντή της Αστυνομίας, χρεώνοντας ταυτοχρόνως τα έξοδα για τις επισκευές στη δημογεροντία. Αλλά δεν πρόλαβε καν να στείλει τα έγγραφά του.[2]

Ιωάννης Κωλέττης
Η επιλογή
Οι δημογέροντες, που ήθελαν για Μητρόπολη την Αγία Ειρήνη, κινήθηκαν πιο γρήγορα. Πήραν από το… χέρι τον πρωτοσύγκελο της Επισκοπής, τον διευθυντή της Αστυνομίας αλλά και τους αρχιτέκτονες της πόλης Κλεάνθη και Σάουμπερτ και επισκέφθηκαν τις δύο εκκλησίες. Κατέληξαν λοιπόν ομοφώνως πως η επιλογή της Αγίας Ειρήνης ήταν καλύτερη και έδωσαν αμέσως εντολή να αρχίσουν οι εργασίες. Έτσι ο Κωλέττης και οι θιασώτες της επιλογής της Καπνικαρέας βρέθηκαν προ τετελεσμένων αποφάσεων! Βεβαίως συνεχίστηκαν οι συζητήσεις περί της Αγίας Ειρήνης, η οποία παρέμεινε στην επικαιρότητα όταν οι αρμόδιοι αναζητούσαν χώρο για την ανέγερση της νέας Μητρόπολης.
Δύο ήταν οι πρώτοι χώροι που συζητήθηκαν. Ο ένας στο μέσον της οδού Αιόλου, δηλαδή εκεί που βρισκόταν η Αγία Ειρήνη, οι επίτροποι της οποίας ήθελαν ο νέος ναός να κτιστεί στον δικό τους χώρο. Ο άλλος μεταξύ των Ανακτόρων (σήμερα Βουλή) και του Πανεπιστημίου κενός χώρος, περίπου εκεί όπου σήμερα βρίσκεται ο Άγιος Διονύσιος των Καθολικών. Απέραντες οι συζητήσεις στα αρμόδια όργανα και ξενύχτια στο Δημοτικό Συμβούλιο που είχε κυρίαρχο λόγο στο ζήτημα. Για την περίπτωση της Αγίας Ειρήνης αρνητικά λειτουργούσαν η μεγάλη αξία γης σε εκείνη την περιοχή, όπου κάθε πήχης κόστιζε περισσότερο από 20 δραχμές[3].
Επίσης το γεγονός ότι βρισκόταν στο μέσον μεγάλου δρόμου που θα είχε πολύ φασαρία δεν ήταν θέση «εις Ναόν του Κυρίου αρμόζουσαν»[4]! Ο άνθρωπος όταν εισέρχεται στον Οίκο του Θεού για να ανυψωθεί με τον νου του στο άπειρο, χρειάζεται να εγκαταλείπει τα εγκόσμια, υποστήριζαν όσοι τάσσονταν υπέρ της επιλογής της οδού Πανεπιστημίου. Η τελευταία ήταν ιδιαίτερα απόκεντρη και μοναχική και δεν την επηρέαζαν οι ανθρώπινες φωνές και ο πάταγος των πολυτάραχων αμαξών! Εντέλει κανείς από τους δύο χώρους δεν προκρίθηκε.
Δωρεές του Αυτοκράτορα
Όσο και αν φαντάζει περίεργο και παρά την πλούσια βιβλιογραφία, δεν έχουν ακόμη διευκρινιστεί οι συνθήκες υπό τις οποίες εξελίχθηκαν τα πράγματα. Αρχικώς, τις πρώτες επισκευές του ναού, που είχε διασωθεί από τη λαίλαπα της Επανάστασης, ανέλαβε ο Εδουάρδος Σάουμπερτ. Αργότερα, οι επίτροποι του Ναού της Αγίας Ειρήνης ζήτησαν από τον Λύσανδρο Καυταντζόγλου να εκπονήσει σχέδια για την ανοικοδόμησή της. Πράγματι ο σημαντικός αρχιτέκτονας εκπόνησε τα σχέδια και άρχισαν οι εργασίες τον Αύγουστο 1846. Οι μέχρι τώρα πληροφορίες αναφέρουν πως έγιναν απαλλοτριώσεις γύρω από τον παλαιό ναό και οι εργασίες συνεχίστηκαν με βραδύ ρυθμό[5].

Ένα από τα αρχικά σχέδια του Λύσσανδρου Καυταντζόγλου για τον ναό της Αγίας Ειρήνης (1847).
Πάντως, στις 6 Δεκεμβρίου 1850 πραγματοποιήθηκαν εγκαίνια, χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες. Φαίνεται πως είχε ολοκληρωθεί η τοιχοποιία και οι θόλοι και φαίνεται πως περισσότερο εντυπωσίαζαν εκείνους που συμμετείχαν στα εγκαίνια τα διάφορα αφιερώματα των πιστών. Προ παντός το τέμπλο, το οποίο είχε δωρίσει ο Αυτοκράτορας της Ρωσίας Νικόλαος Α΄. Το κόστος του είχε ανέλθει σε 48.000 φράγκα, ποσόν ιδιαιτέρως αξιοσέβαστο για την εποχή. Αλλά ο αυτοκράτορας είχε δωρίσει και τα πολύτιμα σκεύη του ιερού βήματος (δισκοπότηρο, Ευαγγέλιο, ιερατικά άμφια κ.ά.). Είναι εμφανές ότι η Αγία Ειρήνη ανταγωνιζόταν ή προσπαθούσε να ανταγωνιστεί τη Μητρόπολη[6].
Ο Κωλέττης και η κόλαση
Με τα τεκταινόμενα εντός του ναού ασχολήθηκε και ο Δημήτριος Γατόπουλος, ο οποίος έγραψε πως «εκεί εχειροτονήθη, παρισταμένης της Βασιλίσσης Αμαλίας, την 7ην Σεπτεμβρίου 1852 και ο πρώτος, μετά την αναγνώρισιν της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, επίσκοπος Πατρών και Ηλείας, Μισαήλ Αποστολίδης, ο οποίος και μετετέθη, περί το τέλος του 1861, εις την Μητρόπολιν Αθηνών». Ακόμη ότι ο ναός «συνεδέθη με την ιστορίαν των μεγαλοπρεπεστέρων εορτών και τελετών, που έγιναν εις τας Αθήνας, κατά τα 29 χρόνια της βασιλείας του Όθωνος» και πως «περισώζονται, ακόμη, εις την εκκλησίαν και οι δύο θρόνοι, επί των οποίων εκάθηντο ο Βασιλεύς Όθων και η Βασίλισσα Αμαλία»[7].
Τέλος, έγραψε και περί του γνωστού επεισοδίου (1846) όταν ο πρωθυπουργός Ιωάννης Κωλέττης κατά την εορτή των γενεθλίων του μετέλαβε «από της Ωραίας Πύλης, όπως μετελάμβαναν μόνον οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες»! Τότε γράφτηκαν πύρινα άρθρα, ενώ ο Λεβίδης, μέσω της εφημερίδας «Ελπίς», τον κατηγόρησε ότι «δεν εξωμολογήθη, προτού να μεταλάβη, ότι δεν εκοιμήθη παρά τους εκκλησιαστικούς κανόνας και ότι εκάπνιζε μέχρι της ώρας της μεταβάσεώς του εις την Εκκλησίαν». Η απάντηση του Κωλέττη ήταν αφοπλιστική: «Στο κάτω – κάτω της γραφής, δεν έχω καμία διάθεση να συναντηθώ με τον Λεβίδη στον Παράδεισο. Προτιμώ να πάω στην κόλαση!…»[8].

Ο ναός της Αγίας Ειρήνης
Ολοκλήρωση και αποκατάσταση
Εν τω μεταξύ, το 1856, εκδόθηκε και ιδιαίτερο Βασιλικό Διάταγμα, υπογεγραμμένο από τη Βασίλισσα Αμαλία, για τον σχηματισμό της πλατείας Αγίας Ειρήνης[9]. Μια πλατεία η οποία με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της έμελε να γράψει τη δική της ιστορία στην πόλη των Αθηνών. Πάντως, η συνέχεια δόθηκε το 1879[10], όταν μία νέα σελίδα άνοιξε για την ιστορία του ναού.

Σκίτσο που απεικονίζει το ανθοπάζαρο στην πλατεία Αγίας Ειρήνης.
Τότε αξιοποιήθηκαν κτήματα της εκκλησίας, συνήφθη δάνειο και νέες εισφορές, οπότε κατέστη δυνατή η συνέχιση των εργασιών, οι οποίες περατώθηκαν εντέλει το 1892. Κατά τη μακρά διαδρομή του ο ναός υπέστη σειρά φθορών και βλαβών στα δομικά του στοιχεία. Κατά τη δεκαετία 1990 και βάσει της μελέτης υπό τον τίτλο «Ιερός Ναός Αγίας Ειρήνης οδού Αιόλου Αθηνών: Εργασίες στερέωσης και αποκατάστασης»[11] το υπουργείο Πολιτισμού προέβη στην ενίσχυση και αποκατάστασή του.
https://www.taathinaika.gr/naos-tis-agias-eirinis-tis-athinaikis-odou-aiolou