Ο κόσμος του Μπάιντεν, η κληρονομιά του Τραμπ

 Γράφει ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου

Τα πρώτα μηνύματα του Τζο Μπάιντεν ως εκλεγμένου προέδρου μαρτυρούν ότι προτεραιότητά του θα είναι όχι τα θέματα εξωτερικής πολιτικής, αλλά η αντιμετώπιση των πιεστικών, εσωτερικών προβλημάτων – πανδημία, οικονομία, κοινωνικές και φυλετικές ανισότητες.

Ωστόσο, σε όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, φίλοι και αντίπαλοι των ΗΠΑ προσπαθούν να σταθμίσουν τι πρόκειται να αλλάξει και τι όχι στη διεθνή συμπεριφορά της υπερδύναμης ύστερα από τις μεγάλες ανατροπές, προς το χειρότερο, στη θυελλώδη τετραετία Τραμπ.

Αν μη τι άλλο, όλοι περιμένουν να αποκατασταθεί μια στοιχειώδης προβλεψιμότητα στο διεθνές περιβάλλον, καθώς οι πρεσβείες στην Ουάσιγκτον και τα υπουργεία Εξωτερικών σε όλο τον κόσμο δεν θα αγωνιούν να μάθουν από τα πρωινά tweet του Αμερικανού προέδρου αν θα εξαπολύσει ή όχι πλήγμα εναντίον του Ιράν ή της Βόρειας Κορέας. 

Εχοντας χρηματίσει επί σειράν ετών πρόεδρος ή επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Διεθνών Υποθέσεων της Γερουσίας, ο Μπάιντεν είναι ο πλέον πεπειραμένος, σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, νέος πρόεδρος, τουλάχιστον μετά τον πατέρα Μπους και ασφαλώς δεν θα αιφνιδιαστεί, όπως ο προκάτοχός του, όταν ακούσει ότι η Βρετανία διαθέτει πυρηνικά όπλα. 

Σε πρώτο χρόνο, ο 46ος πρόεδρος θα βελτιώσει τη διεθνή εικόνα της Αμερικής, τηρουμένων των αναλογιών όπως έκανε ο Μπαράκ Ομπάμα ύστερα από τη βαρύτατη ζημιά που είχαν προκαλέσει οι νεοσυντηρητικοί του υιού Μπους, με τα Γκουαντάναμο και τα Αμπου Γκράιμπ. Το κατά πόσον αυτή η βελτίωση θα αποδειχθεί βιώσιμη στον χρόνο, μένει ωστόσο να αποδειχθεί. 

Σε αντίθεση με τον Ομπάμα, ο οποίος αντιτάχθηκε στον πόλεμο κατά του Ιράκ και αντιστάθηκε αποτελεσματικά στις πιέσεις για επέμβαση στη Συρία (αν και όχι στην περίπτωση της Λιβύης), ο Μπάιντεν μόνο ως «περιστερά» των Δημοκρατικών δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Εχοντας διαμορφωθεί την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου στο καλούπι του «φιλελεύθερου επεμβατισμού», τάχθηκε αναφανδόν υπέρ των πολέμων στη Βοσνία, το Κόσοβο, το Ιράκ και το Αφγανιστάν.

Για το γενικό περίγραμμα της εξωτερικής του πολιτικής, μας προϊδέασε τον περασμένο Ιανουάριο, όταν το περιοδικό Foreign Affairs δημοσίευσε άρθρο του υπό τον εύγλωττο τίτλο «Γιατί η Αμερική πρέπει να ηγηθεί ξανά». Εύκολα γράφεται, δύσκολα γίνεται πράξη. Η προαναγγελθείσα επιστροφή των ΗΠΑ σε μορφές πολυμερούς συνεργασίας, όπως η Συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, ίσως και η συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν (το τελευταίο δεν είναι καθόλου αυτονόητο) είναι καλοδεχούμενη μεν, αλλά δεν εξασφαλίζει αυτόματα κανενός είδους αμερικανική «ηγεσία». Στα τέσσερα χρόνια της προεδρίας Τραμπ οι τεκτονικές πλάκες της παγκόσμιας οικονομίας και γεωπολιτικής δεν έπαψαν να κινούνται προς την ίδια πάντα κατεύθυνση: τη σταδιακή αποδυνάμωση της αμερικανικής ηγεμονίας. 

Αποκαλυπτική από αυτή την άποψη ήταν η ψυχρολουσία που υπέστησαν οι ΗΠΑ την περασμένη Κυριακή. Κατόπιν οκτώ χρόνων διαπραγματεύσεων, Κίνα, Ιαπωνία, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Νότια Κορέα και οι χώρες του ASEAN επισφράγισαν συμφωνία για τη δημιουργία της RCEP, ζώνης ελευθέρου εμπορίου που αντιπροσωπεύει το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού και το ένα τρίτο του παγκόσμιου ΑΕΠ. Η εν λόγω πρωτοβουλία βρίσκεται στον αντίποδα της ΤΡΡ (ζώνη ελεύθερου εμπορίου του Ειρηνικού) που προωθούσε η κυβέρνηση Ομπάμα, αποκλείοντας την Κίνα. Ο Τραμπ κατέστησε το φιλόδοξο αυτό σχέδιο κλινικά νεκρό, αποσύροντας τις ΗΠΑ, από τις πρώτες μέρες της προεδρίας του. Τελικά, η περιφερειακή ολοκλήρωση προχωρά, με την Κίνα μέσα και τις ΗΠΑ έξω.

Οσοι ονειρεύονται επιστροφή του Μπάιντεν στην πολιτική Ομπάμα πιθανότατα θα απογοητευθούν. Επιτέλους, ακόμη και η Χίλαρι Κλίντον είχε αναγκαστεί να αποκηρύξει, στην άτυχη προεκλογική της εκστρατεία, την ΤΡΡ, βλέποντας την απήχηση που είχε η εκστρατεία του Τραμπ εναντίον της παγκοσμιοποίησης στα εργατικά και αγροτικά στρώματα που πλήττονταν από τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου. 

Made in USA

Στις φετινές εκλογές, μπορεί ο Μπάιντεν να μην υιοθέτησε το σύνθημα Τραμπ «America First», αλλά κατέστησε σαφές ότι θα συνεχίσει τον προστατευτισμό, όπως υποδηλώνει το σύνθημά του «Buy American and Make it in America». Μετά τη νίκη του, διεμήνυσε σε εκπροσώπους του επιχειρηματικού κόσμου ότι θα αποκλείονται από όλες τις κρατικές προμήθειες όσες εταιρείες μεταφέρουν την παραγωγή τους στο εξωτερικό. Τούτων δοθέντων, πρέπει να περιμένουμε ότι οι εμπορικοί πόλεμοι με την Κίνα, αλλά και με την Ευρώπη, η οποία επιμένει στη φορολογία των αμερικανικών κολοσσών του Διαδικτύου, θα είναι στοιχεία της κληρονομιάς Τραμπ που θα επιβιώσουν, με τη μια ή την άλλη μορφή, επί Μπάιντεν.

Δεν ήταν ο Τραμπ, αλλά ο Μπαράκ Ομπάμα εκείνος που χάραξε τη στρατηγική για μεταφορά του κέντρου βάρους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής από τους «ανόητους πολέμους» της Μέσης Ανατολής στη ζώνη Ασίας – Ειρηνικού με κεντρικό στόχο την ανάσχεση της αυξανόμενης κινεζικής ισχύος. Στην προεκλογική περίοδο, ο Μπάιντεν έδειξε ότι εννοεί να συνεχίσει αυτή τη γραμμή, υπερφαλαγγίζοντας τον Τραμπ σε αντικινεζικές κορώνες. Στα 97 του χρόνια, ο πάντα διαυγής Χένρι Κίσινγκερ, πρωτεργάτης του ανοίγματος του Ρίτσαρντ Νίξον προς τον Μάο Τσετούνγκ, απηύθυνε την περασμένη Δευτέρα έκκληση στον Μπάιντεν να αποκαταστήσει διάλογο με την Κίνα, προειδοποιώντας ότι η συγκρουσιακή σχέση μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων απειλεί να οδηγήσει την ανθρωπότητα σε μια τραγωδία, συγκρίσιμη με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν αποκλείεται οι σινοαμερικανικές σχέσεις να αποτελέσουν την πιο δύσκολη δοκιμασία για την προεδρία Μπάιντεν.

Διλήμματα για την Ευρωπαϊκή Ενωση

Oπως προανήγγειλε με το άρθρο του στο Foreign Affairs ο Μπάιντεν, μία από τις προτεραιότητές του θα είναι να οργανώσει «Σύνοδο Κορυφής των Δημοκρατιών» με προφανή αντικινεζική και αντιρωσική αιχμή. Μέχρι τώρα η ιδέα δεν έχει προκαλέσει ενθουσιασμό στους συμμάχους του. Η προώθησή της θα σήμαινε την καθήλωση των Ευρωπαίων, όπως και της Ιαπωνίας και της Αυστραλίας, σε ρόλους ελασσόνων εταίρων, θα ακύρωνε τον ΟΗΕ και θα έσπρωχνε Κίνα και Ρωσία σε μια στρατηγική, ευρασιατική συμμαχία – ό,τι ακριβώς πάσχισε να αποτρέψει ο Κίσινγκερ. Σε κάθε περίπτωση, η προεδρία Μπάιντεν θα πιέσει την Ε.Ε. να ξεκαθαρίσει τον ρόλο της στον σύγχρονο κόσμο. Για την ώρα, Γαλλία και Γερμανία βρίσκονται σε διαφορετικά μήκη κύματος. Με πρόσφατη συνέντευξή του, ο Εμανουέλ Μακρόν επανήλθε στην ιδέα του για «ευρωπαϊκή κυριαρχία» απέναντι στο δίπολο ΗΠΑ – Κίνας, ενώ η Γερμανία εμφανίζεται πιο επιφυλακτική, με την υπουργό Αμυνας να δηλώνει ότι θα περάσουν δεκαετίες μέχρις ότου η Ε.Ε. μπορέσει να καλύψει τις αμυντικές της ανάγκες χωρίς τις ΗΠΑ. 

από kathimerini

 teleytaiaexodos.