Οι Εθνικοί Θεατρίνοι και τα Έργα τους

  Μια περιεκτική ανώνυμη επιστολή

Η επιστολή έχει σταλθεί στο Εθνικό θέατρο τον Νοέμβριο του 2020, υπό τη διοίκηση του Δημήτρη Λιγνάδη, και αγνοήθηκε παντελώς

Τις τελευταίες μέρες υπάρχει ένας μεγάλος αναβρασμός γύρω απ’ τις πολιτισμικές δομές της χώρας μας, τα πρόσωπα τα οποία τις διοικούν και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν. Ο κυριότερος δημόσιος φορέας του σύγχρονου θεάτρου στην Ελλάδα, το Εθνικό Θέατρο, έχει αρχίσει να κεντρίζει το ενδιαφέρον πολλών δημοσιογράφων και μη, σχετικά με τα άτομα που το εκπροσωπούν, την ηθική ή μη ακεραιότητα τους καθώς και την αξιοκρατικότητα τους. Επειδή το ενδιαφέρον αυτό δεν είναι μονομερές, και πολλοί επιζητούν να εξεταστούν περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με την λειτουργία του Εθνικού Θεάτρου, και ιδιαίτερα της Δραματικής Σχολής του, με τη συμβολή δικηγόρου έχει συνταχθεί η παρακάτω ανώνυμη επιστολή. Η επιστολή έχει σταλθεί στο Εθνικό θέατρο τον

Νοέμβριο του 2020, υπό τη διοίκηση του Δημήτρη Λιγνάδη, και αγνοήθηκε παντελώς. Δίνεται η πλήρης άδεια για κάθε αναδημοσίευση της:

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ:

Αξιότιμε Κύριε/Κυρία,

Το Εθνικό Θέατρο ιδρύθηκε με τον ν. 2273/1994, σύμφωνα με τον οποίο, ο βασικός του σκοπός είναι η μέσω της θεατρικής τέχνης προαγωγή της πνευματικής καλλιέργειας του λαού και η διαφύλαξη της εθνικής πολιτιστικής ταυτότητας. Στο σκοπό αυτό περιλαμβάνεται και η παροχή θεατρικής εκπαίδευσης με τη δημιουργία της δραματικής σχολής. Παράλληλα, το Εθνικό Θέατρο στοχεύει στην δημιουργία προϋποθέσεων και κινήτρων για την ανάδειξη και την ενθάρρυνση του θεατρικού δυναμικού της χώρας. Ο νομοθέτης ιδρύοντας το Εθνικό Θέατρο το κατέστησε εργαλείο της πνευματικής καλλιέργειας του λαού και αρωγό στην ανάπτυξη της θεατρικής παραγωγής της χώρας με τις πολλαπλές του δράσεις. Στα πλαίσια αυτής του της λειτουργίας λειτουργεί και η δραματική σχολή η οποία κάθε χρόνο, όπως θα γνωρίζετε, διεξάγει εξετάσεις με σκοπό την είσοδο δεκαέξι επιτυχόντων στη σχολή και τη φοίτησή τους σε αυτή, άνευ διδάκτρων.

Οι εξετάσεις αυτές είναι από τις πιο δημοφιλείς στη χώρα αφού κάθε χρόνο συμμετέχουν σε αυτές περίπου ή και παραπάνω  από χίλιοι υποψήφιοι. Μάλιστα, ταξιδεύουν στην Αθήνα από όλα τα μέρη της Ελλάδας για να συμμετέχουν στις εξετάσεις. Περιλαμβάνουν στην πρώτη φάση δύο μονόλογους, ένα ποίημα και ένα τραγούδι ενώ όποιος περάσει στη β΄ φάση του διαγωνισμού περνά από γραπτή δοκιμασία και εργαστήρια υποκριτικής, χορού και τραγουδιού, πέραν της ατομικής εξέτασης. Πρόκειται για μία επίπονη και απαιτητική διαδικασία για την οποία οι υποψήφιοι αφιερώνουν πολλές ώρες εντατικής προετοιμασίας αλλά και πολλά χρήματα επίσης.

Όπως και στις Πανελλήνιες, όπου τα γραπτά των μαθητών είναι ανώνυμα και η διαδικασία διόρθωσης αδιάβλητη, θα περίμενε κανείς ότι οι εξετάσεις για τη φοίτηση στην ανώτερη σχολή θεάτρου στη χώρα θα είναι εξίσου αξιοκρατικές. Προς απογοήτευσή τους κάθε χρόνο εκατοντάδες υποψήφιοι βλέπουν τα ονόματα άλλων, και όχι τα δικά τους στη λίστα των επιτυχόντων, πράγμα αναμενόμενο λόγω του μικρού αριθμού των θέσεων. Φέτος προς έκπληξή τους οι υποψήφιοι αντίκρυσαν στην εξεταστική επιτροπή την κ. Μελίνα Παιονίδου, επί χρόνια στέλεχος του Εθνικού Θεάτρου και καθηγήτρια της δραματικής σχολής από το 1995. Και λέμε προς έκπληξή τους, γιατί στις φετινές εξετάσεις συμμετείχε η κόρη της κ. Παιονίδου, Μαρίνα Σπανού, η οποία είναι ταυτόχρονα και πνευματική κόρη του κυρίου Ευαγγελινού, ο οποίος ήταν και αυτός ένα από τα διορισμένα μέλη της επιτροπής. Η Μαρίνα Σπανού πέρασε τις εξετάσεις και φοιτά πλέον στη δραματική σχολή χωρίς όμως κανείς να έχει διαμαρτυρηθεί ενάντια στο προφανές. Η διαδικασία πρέπει να κηρυχθεί άκυρη καθώς συμμετείχε στην εξεταστική επιτροπή πρώτου βαθμού συγγενής υποψήφιας, πράγμα που κανονικά θα έπρεπε να δημιουργεί κώλυμα στο πρόσωπο της κ. Παιονίδου, και ίσως και στο πρόσωπο του κ. Ευαγγελινού.

Μάλιστα, στην απόφαση πρόσληψης των μελών της Επιτροπής των Προκριματικών και Τελικών Εισαγωγικών Εξετάσεων, με αριθμό πρωτοκόλλου 3019/8-9-2020, δεν αναφέρεται το όνομα της κυρίας Παιονίδου, παρόλο που συμμετείχε στη διαδικασία κανονικά ως εξετάστρια στην Προκριματική Εξέταση Εισαγωγής και στην Τελική Φάση της διαδικασίας στο Εργαστήριο Φωνητικής. Για ποιο λόγο συμβαίνουν τέτοιες παρατυπίες και παραβιάζονται αποφάσεις της Διοίκησης δεσμευτικές προς τα μέλη της Επιτροπής; Η συμμετοχή προσώπων που δεν περιλαμβάνονται στην απόφαση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή είναι καθόλα παράνομη.

Το περιστατικό αυτό αναδεικνύει τις χρόνιες παθογένειες του συστήματος εισαγωγής στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, η οποία έχει γίνει χώρος των λίγων και όχι του λαού, όπως ορίζει ο νόμος. Κάθε χρόνο, ο ένας μετά τον άλλο, υποψήφιοι γιοι γνωστών ηθοποιών, σκηνοθετών και καθηγητών περνούν στις εξετάσεις χωρίς κανέναν έλεγχο αλλά και καμία αξιόπιστη μέθοδο αξιολόγησης η οποία να διασφαλίζει έναν ελάχιστο βαθμό αντικειμενικότητας. Δεν υπάρχει για παράδειγμα καμία καταγραφή των ερμηνειών των υποψηφίων. Πρόκειται για μία διαδικασία σκιώδη στην οποία δεν είναι γνωστό ποιος εξυπηρετεί ποιον. Οι αρχές της ισότητας, του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, και της πρόσβασης στη δωρεάν εκπαίδευση, του άρθρου 16 παρ. 4 του Συντάγματος, γίνονται «λάστιχο» στα χέρια εξεταστών που επιλέγουν με κριτήρια συχνά προσωπικά. Η κ. Παιονίδου στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχε καν τη στοιχειώδη διακριτικότητα να μη συμμετέχει στη διαδικασία.

Ήδη με το Προεδρικό Διάταγμα 79 του 2017 συστήνεται στους εκπαιδευτικούς των νηπιαγωγείων και των δημοτικών να μην αναλαμβάνουν τμήματα στα οποία φοιτούν τα τέκνα τους. Αντιλαμβανόμαστε όταν για λόγους παιδαγωγικούς και δεοντολογίας γίνεται μία τέτοια σύσταση στους παιδαγωγούς των παιδιών ήδη από μία τόσο τρυφερή ηλικία  όσο τη νηπιακή, πόσο κρίσιμο θεωρείται το συγκεκριμένο ζήτημα από το νομοθέτη. Το δέον σε αυτή την περίπτωση όπως και στην ανάλογη περίπτωση της συμμετοχής σε εξετάσεις τέκνου καθηγητή της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου είναι ο αποκλεισμός συμμετοχής της συγκεκριμένης καθηγήτριας από τη διαδικασία. Τέτοια περιστατικά αμαυρώνουν το κύρος και την αξιοπιστία των εξετάσεων και ευτελίζουν τον ίδιο το θεσμό του Εθνικού Θεάτρου.

Η παραβίαση των αποφάσεων εκθέτει τόσο τους ίδιους τους καθηγητές όσο και τους εξεταζόμενους, οι οποίοι συμμετέχουν στις εξετάσεις έχοντας καλή πίστη για τον αξιοκρατικό χαρακτήρα και το αδιάβλητο αυτών. Καλούμε την εξεταστική επιτροπή να ακυρώσει τη διαδικασία και να προβεί σε εκ νέου προκήρυξη του διαγωνισμού με την τήρηση των νομοθετικών διατάξεων, του Οργανισμού Λειτουργίας Ανωτέρων Σχολών Δραματικής Τέχνης Εθνικού Θεάτρου και Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και της απόφασης του Καλλιτεχνικού Διευθυντή, από τους καθηγητές και τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής.