ΕΝΣΤΟΛΑ ΑΝΘΡΩΠΟΣΚΥΛΑ & ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΚΤΗΝΩΔΙΑ (Από το 1995 στο 2021)

ΕΝΣΤΟΛΑ ΑΝΘΡΩΠΟΣΚΥΛΑ & ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΚΤΗΝΩΔΙΑ (Από το 1995 στο 2021)

ΕΝΣΤΟΛΑ ΑΝΘΡΩΠΟΣΚΥΛΑ

ΚΑΙ ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗ ΚΤΗΝΩΔΙΑ

 

ο μετασχηματισμός της εγκληματικότητας σε μηχανισμό εξουσίας

 

«Πάμε να τους σκοτώσουμε. Να του γα..σουμε. Να τελειώνουμε»

 

Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία (23-11-1995) και την Καθημερινή (23-11-1995).

Τροποποιήθηκε μερικά και επαναδημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία (24-2-1996),

στα περιοδικά Πλατεία (Δεκ. 2006) και Ζενίθ (Ιαν. 2007) και στην ιστοσελίδα Zougla.gr (07-12-2019)

 

Από το 1995 στο 2021. Μόλις…

ένα τσιγάρο δρόμος

 

Ξαναδημοσιεύεται σήμερα, γιατί, σ’ αντίθεση με τη γνωστή ρήση του Karl Marx ότι «η ιστορία επαναλαμβάνεται ως κωμωδία», Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ, καθιστώντας επίκαιρη κάθε παρόμοια κριτική της.

 

Για την επαναλαμβανόμενη δολοφονική δραστηριότητα ορισμένων (ένστολων και μη) ανθρωπόσκυλων, που βρίσκονται στην υπηρεσία όλων των (προμνημονιακών, μνημονιακών και μετα-μνημονιακών) κυβερνήσεων της βίας, της αυθαιρεσίας και του αίματος.

 

Κλεάνθης Γρίβας

21 Μαρτίου 2021

 

 

 

Αυτό το σημείωμα για την αστυνομική βία, αφορά κατ’ αποκλειστικότητα τις (ένστολες και μη) ψυχοπαθητικές «προσωπικότητες» που είναι επιρρεπείς στην άσκηση της βίας. Και αφιερώνεται στους (πάντοτε άνευ διακριτικών) θρασύδειλους (ένστολους και μη) «κυνηγούς κεφαλών» οι οποίοι είθισται να αυθαιρετούν απεριόριστα και εκ του ασφαλούς, εξαιτίας της κάλυψης ή της ανοχής των υπηρεσιακών και πολιτικών προϊσταμένων τους.

 

 

Μηνυτήρια Αναφορά

 

στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης (20/11/2006).

 

«Ο νεαρός αιμόφυρτος και με χειροπέδες, κακοποιούνταν βάναυσα από άτομα με πολιτικά ρούχα και μάσκες στο πρόσωπο, οι οποίοι μας δήλωσαν ότι ήταν αστυνομικοί. Ο άγριος ξυλοδαρμός συνέβη παρουσία ένστολων αστυνομικών και ενός τουλάχιστον αξιωματικού τους.

Οι μασκοφόροι δράστες απάντησαν στη διαμαρτυρία μας με προπηλακισμούς, χυδαίο υβρεολόγιο και απειλητικό τρόπο, εκτοξεύοντας σεξιστικά υπονοούμενα εναντίον των καθηγητριών, καθώς και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για το επάγγελμά μας.

Οι ένστολοι αστυνομικοί από την άλλη πλευρά προσπάθησαν να μας απωθήσουν και να μας απομακρύνουν, δηλώνοντας ότι δήθεν δεν συμβαίνει τίποτε και ότι το επεισόδιο δεν μας αφορά.

Όλοι οι παρευρισκόμενοι ένστολοι αστυνομικοί και οι αξιωματικοί αρνήθηκαν να μας ανακοινώσουν το όνομά τους και δεν έφεραν κανένα στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε να διαπιστωθεί η ταυτότητά τους.

Ζητήσαμε από παρευρισκόμενο ανώτερο αξιωματικό της αστυνομίας (επί των επωμίδων του ένα χρυσό αστέρι)».

 

οι καθηγητές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,

 

Γιάννης Μυλόπουλος, Δημήτρης Χασάπης,

Ελευθερία Καρνάβου, Γιάννης Κρεστενίτης,

Γλυκερία Καλφακάκου, Ελένη Χοντολίδου, Γιώργος Διβάρης

 

Από το Κράτος-Πορνείο στο Κράτος-Σφαγείο

 

Η βία και η αυθαιρεσία είναι, σ' ένα βαθμό, συνυφασμένες με τη λειτουργία της αστυνομίας σε όλες τις κοινωνίες. Αλλά μόνο στις απολίτιστες κοινωνίες (που κανοναρχούνται από ένα κράτος-πορνείο το οποίο μεταβάλλεται σταδιακά σε κράτος-σφαγείο), η βία και η αυθαιρεσία μπορεί να αποτελούν προβαλλόμενο πρότυπο, θεσμικά επικυρωμένο στοιχείο, εξουσιαστικά καλυπτόμενη και υπηρεσιακά δικαιωμένη συμπεριφορά ενός ειδικού τμήματος των δυνάμεων της «τάξης».  

 

Η βία αποτελεί εγγενές δομικό στοιχείο της αστυνομίας ως κατασταλτικού θεσμού. Και εξαιτίας αυτού, είναι φυσικό να εμφιλοχωρούν σε κάποια τμήματά της αρκετές διεστραμμένες ψυχοπαθητικές προσωπικότητες, οι οποίες μπορούν να επιδίδονται ατιμώρητα σε ατομικές και συλλογικές ασκήσεις νεκροφιλίας και θανατολατρείας, έχοντας, πάντοτε, την κάλυψη της «προϊσταμένης αρχής» (υπηρεσιακής και πολιτικής), και πολλών συναδέλφων τους.

 

Αυτές οι ψυχιατρικές περιπτώσεις (οι οποίες διαφεύγουν την ψυχιατρική θεραπεία, επειδή έχουν τη δυνατότητα να εκτονώνουν την κακοήθη επιθετικότητά τους εναντίων ανυπεράσπιστων πολιτών, εκ του ασφαλούς, υποδυόμενοι τους αστυνομικούς), ανταποκρίνονται στο νέο σωματικό, διανοητικό, χαρακτηριοδομικό και συμπεριφορικό τύπο στο εν εξελίξει οργουελιανό «1984»:

 

Ένα εξουσιαστικά μεταλλαγμένο ζόμπι, που η ύπαρξή του εξαντλείται στα χέρια, τα πόδια, το περίστροφο, το γκλομπ, κάποια γεννητικά όργανα (ανύπαρκτης ή αμφίβολης λειτουργικότητας) και έναν απλαστικό εγκέφαλο (ο οποίος διευκολύνει αφάνταστα την επιτέλεση του θεάρεστου λειτουργήματος του βασανιστή).

 

Μια διεστραμμένη ψυχοπαθητική προσωπικότητα, ένα φρανκενσταϊνικό μείγμα Παπαχρόνη, Ντάλτον, Νταβέλη και κουτσαβάκη, που προγραμματίζεται εξουσιαστικά για να εκδηλώνει μια ανεξέλεγκτη καταστρεπτική επιθετικότητα και να δηλώνει ξεδιάντροπα με χίλιους τρόπους ότι (αυτό, το διανοητικά υπολειπόμενο ζόμπι)είναι το ευνοούμενο εκτελεστικό όργανο της εξουσίας και έχει εξοπλιστεί με το αποκλειστικό δικαίωμα «να γαμάει και να δέρνει», και αντιστρόφως.

 

Ένα αποκρουστικό ανθρωποειδές (που η εμφάνισή του και μόνο, θίγει την αισθητική και προσβάλλει την αξιοπρέπεια κάθε πολιτισμένου ανθρώπου), το οποίο, με την αλαζονεία, τις κουτσαβάκικες κινήσεις, το ηλίθιο βλέμμα και τον πρωτόγονο λόγο του, εκτοξεύει εναντίον της κοινωνίας την αφόρητη χυδαιότητα, το απύθμενο κενό, την τρομακτική βαρβαρότητα και το καταχθόνιο ψυχοδιανοητικό του σύμπαν.

 

Συνεπώς, όσοι ένστολοι και μη επιδίδονται στο «ευγενές άθλημα» της κακοποίησης ανυπεράσπιστων πολιτών ή κρατούμενων, δεν είναι παρά θρασύδειλα ανθρωποειδή τα οποία χαρακτηρίζονται από ένα πελώριο έλλειμμα ανθρωπιάς, πολιτισμού, μόρφωσης, καλλιέργειας και ευαισθησίας, διακατέχονται από ένα αβυσσαλέο μίσος για οτιδήποτε ξεφεύγει από το στενό τους ορίζοντα, και –με την ύπαρξή τους- κάνουν να διαγράφεται σκοτεινό το μέλλον της κοινωνίας.

 

Κουκουλοφόρα κτηνωδία

 

Όταν η αποκρουστικότητα των ενεργειών εκείνων που συγκροτούν τα Ειδικά Τάγματα Κτηνωδίας, υπερβαίνει ή πρόκειται να υπερβεί τα όρια ανοχής της κοινωνίας, οι φυσικοί αυτουργοί της κτηνωδίας φροντίζουν να καλύψουν τα «πρόσωπά» τους με κουκούλες (με πλήρη κάλυψη των πολιτικών και υπηρεσιακών προϊσταμένων τους). Πράγμα που αφενός καλύπτει την ανωνυμία τους και αφετέρου αποκαλύπτει το επαίσχυντο της δραστηριότητάς τους (την οποία οι ίδιοι επιθυμούν διακαώς ως τοξικομανείς της βίας, για όσο μπορεί να επιτελείται εν κρυπτώ και της οποίας την αποκάλυψη φοβούνται αενάως εξαιτίας της απαξίας που εμπεριέχει.

 

Η χρήση της κουκούλας παραπέμπει συνειρμικά στον υπόκοσμο (ληστές τραπεζών, τρένων, κ.α.) και στους συνεργάτες των εκάστοτε κατακτητών μιας χώρας (Ελλάδα, Αλγερία κ.λπ.).

 

Συνεπώς, η υιοθέτηση της προστατευτικής ανωνυμίας από τα Ειδικά Τάγματα Αλητείας που υποδύονται και υποκαθιστούν την αστυνομία (δηλαδή, η οικειοποίηση απ’ αυτά ενός συμβόλου που ήταν πάντοτε σήμα κατατεθέν της εγκληματικότητας), σημειολογικά υποδηλώνει ότι –μέσω αυτών– η αστυνομία εγκληματοποιείται.

 

Παραφράζοντας ελαφρά τον Μισέλ Φουκό, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι:

 

«Η σχεδόν μυθική σπουδαιότητα που αποκτάει ο κουκουλοφόρος αστυνομικός οφείλεται στο γεγονός ότι η εγκληματικότητα, στο πρόσωπο του πάνοπλου μπάτσου που καλύπτει το πρόσωπό του με μια κουκούλα, απέκτησε φανερά τη διφορούμενη κατάσταση του αντικειμένου και του οργάνου ενός αστυνομικού συστήματος που την καταπολεμά [την εγκληματικότητα] και ταυτόχρονα συνεργάζεται μαζί της.

Ο κουκουλοφόρος αστυνομικός σημειώνει τη στιγμή που η εγκληματικότητα, διαχωρισμένη από τις άλλες παρανομίες, εντάσσεται στην εξουσία και αντιστρέφεται. Είναι η εποχή όπου πραγματοποιείται η άμεση θεσμική διασύνδεση της αστυνομίας και της εγκληματικότητας.

Συγκλονιστική στιγμή όπου η εγκληματικότητα μετατρέπεται σε μηχανισμό της εξουσίας... Τέλος με τη σαιξπηρική εποχή, όπου η εξουσία ταυτίζεται με τη φρίκη σε ένα και το αυτό πρόσωπο. Θ' αρχίσει σε λίγο το καθημερινό μελόδραμα της αστυνομικής ισχύος και της συνενοχής του εγκλήματος με την εξουσία». (Μισέλ Φουκό, Επιτήρηση και Τιμωρία, σ. 372).

 

Οι κουκουλοφόροι αστυνομικοί που υιοθετούν τις ενδυματολογικές «προτιμήσεις» των εγκληματιών δήθεν αντιπάλων τους, με την αποκρουστική βιαιότητα της συμπεριφοράς τους, πλήττουν καίρια την ανθρωπιά, τις δημοκρατικές ευαισθησίες, την ηθική και την αισθητική μας, και αποκαλύπτουν σ’ ολόκληρη την κοινωνία το καταχθόνιο ψυχοδιανοητικό τους σύμπαν, την προφανή χυδαιότητα και την απύθμενη βαρβαρότητα της ύπαρξής τους, με μια πρωτοφανή επίδειξη του θρασύδειλου «τσαμπουκά» τους που καλύπτεται από τους διαχειριστές της εξουσίας.

 

Η φιλμογράφηση της κτηνωδίας

 

Ενίοτε, η βαρβαρότητα αυτή τυχαίνει να φιλμογραφείται με αποτέλεσμα να προβάλλεται δημόσια η ανατριχιαστική κακοποίηση πολιτών από ανώμαλους κουκουλοφόρους και να εισβάλλει στα σπίτια μας  μια ομάδα ανθρωπόμορφων τεράτων που υποδύονται τους αστυνομικούς, οι οποίοι (καλυπτόμενοι πίσω από την ανυπαρξία οποιουδήποτε διακριτικού που θα μπορούσε να φανερώσει την ταυτότητά τους) πρωταγωνιστούν σ’ ένα έργο με τίτλο  «η αποθέωση της αστυνομικής βαρβαρότητας», που προβάλλεται όλο και πιο συχνά.

 

Κάθε φορά που τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων προβάλλουν τα Ειδικά Τάγματα Κτηνωδίας επί το έργο, μια ομάδα ανθρωπόσκυλων ανθρωποειδών που χαρακτηρίζονται από ένα πελώριο έλλειμμα ανθρωπιάς, πολιτισμού, μόρφωσης, καλλιέργειας, και ευαισθησίας  και διακατέχονται από ένα αβυσσαλέο μίσος για οτιδήποτε ξεφεύγει από τον σωληνοειδή διανοητικό τους ορίζοντα, μπορούν να φτύνουν και να ποδοπατούν ατιμώρητα τις κατακτήσεις του πολιτισμού, σκιαγραφώντας το μέλλον του αστυνομικο-εγκληματικού Μεσαίωνα που επιφυλάσσουν στην κοινωνία οι διαχειριστές της εξουσίας.

 

Πεδίο σύγκρουσης και, συγχρόνως, αντικείμενο νομής από τους εκάστοτε νυν και υποψήφιους διαχειριστές της εξουσίας, το κράτος στη χώρα των Γραικών και των Γραικύλων, θεωρείται όχι σαν ένας θεσμός συνέχειας που η λειτουργία του διέπεται από κάποιους γενικά αποδεκτούς και σχετικά σταθερούς κανόνες (όπως συμβαίνει στις σύγχρονες φιλελεύθερες-ολιγαρχικές κοινωνίες) αλλά ως αποκλειστικό φέουδο των εκάστοτε διαχειριστών του.

 

Σε κάθε κρατικό μόρφωμα, η αστυνομία αποτελεί έναν εξαιρετικά ευαίσθητο «μακρύ βραχίονα» της εξουσίας, απέναντι στον οποίο οι επαγγελματίες πολιτικοί κρατούν μια αμφιθυμική στάση: Ως αντιπολίτευση προσπαθούν να περιορίσουν τις δραστηριότητές της στα πλαίσια του νόμου, ενώ ως κυβέρνηση διακηρύσσουν την ανάγκη της υπέρβασης αυτών των ορίων στο όνομα της προστασίας της κοινωνίας από κάποιο, συνήθως φανταστικό ή κατασκευασμένο, κίνδυνο.

 

«Το κράτος είναι οι αστυνομικοί» (μου),[δηλαδή Εγώ], αποφαίνονται οι εκάστοτε διαχειριστές της εξουσίας, αποδεικνύοντας ότι η διαχείριση της εξουσίας ήταν και παραμένει υπόθεση του μίστερ Χάϊντ και όχι του δόκτορα Τζέκιλ.

 

Μ’ άλλα λόγια, η εξουσία βρίσκεται συγχρόνως στην άκρη του πιστολιού και στον πυρήνα της σχιζοφρένειας. Συνεπώς, η κατοχή του πιστολιού και η εξουσιοφρένεια, είναι αναγκαίες ιδιότητες εκείνων που διεκδικούν και  διαχειρίζονται την εξουσία, ασχημονώντας ατιμώρητα σε βάρος όλων μας. 

 

Η αμέλεια ή η αδυναμία κάθε κοινωνίας να επιβάλλει όρια στη φρίκη που συνεπάγεται κάθε αυθαίρετη άσκηση της εξουσίας, την καταδικάζει να ζήσει τη φρίκη χωρίς όρια του οργουελιανού «1984» που, δυστυχώς, δικαιώνεται ασταμάτητα.

 

ΠΡΟΤΑΣΗ: 10 Μαρτίου 2021

 

Στο λήμμα για την «κοινωνιοπάθεια» της Wikipedia αναφέρεται ότι:

 

«Κοινωνιοπάθεια αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας - ΑΔΠ), όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει άτομα με αντικοινωνική συμπεριφορά…. άτομα που δεν είναι ικανά να συναισθάνονται τους συνανθρώπους τους, να μπαίνουν στη θέση τους και να αναλαμβάνουν ευθύνες για τις πράξεις τους.

Πρόσφατες έρευνες με MRI έδειξαν ότι οι μετωπιαίοι λοβοί και, συγκεκριμένα, η μεσοκοιλιακή προμετωπιαία περιοχή του εγκεφαλικού φλοιού, έχει μικρότερη δραστηριότητα σε άτομα με ΑΔΠ  σε σύγκριση με ψυχικά υγιή άτομα. Και, επιπλέον, ότι η αμυγδαλή δεν παρουσιάζει καμία δραστηριότητα ή δυσλειτουργεί».

 

Σύμφωνα με το «Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο των Ψυχικών Διαταραχών» (DSM)της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (που, κατά τη γνώμη του γράφοντος, αποτελεί τον «ποινικό κώδικα» της σύγχρονης ψυχιατρικής):

 

«Μπορούμε να μιλάμε για κοινωνιοπάθεια εάν πληρούνται 3 από τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

1) Αποκλίνουσα κοινωνική συμπεριφορά: έλλειψη της αίσθηση του «σωστού» και του «λάθους». Συχνά παραβλέπουν τα δικαιώματα, τις επιθυμίες και τα συναισθήματα των άλλων.

2) Χειραγώγηση των ανθρώπων.

3) Παρορμητικότητα και ανικανότητα προγραμματισμού.

4) Οξυθυμία και επιθετική συμπεριφορά.

5) Απερίσκεπτη διακύβευση σημαντικών αποφάσεων που αφορούν την ασφάλεια του ίδιου και άλλων ανθρώπων.

6) Διαρκής ανευθυνότητα.

7) Έλλειψη τύψεων μετά από επίπληξη, βιασμό ή ληστεία άλλων ανθρώπων.

 

Πόσα απ’ αυτά τα χαρακτηριστικά εντοπίζονται σε άτομα που εμφυλοχωρούν στα σύγχρονα Τάγματα Αλητείας, τα οποία υποκαθιστούν (και ντροπιάζουν) την αστυνομία με συμπεριφορές πρωτοφανούς βαρβαρότητας και αχρειότητας, και τα οποία, εν συνεχεία, κατασκευάζουν τις πιο απίθανες διαστροφικές «δικαιολογίες» για να καλύψουν κάθε ανήθικη και εγκληματική δραστηριότητά τους σε βάρος αδύναμων και ανυπεράσπιστων υπάρξεων που δεν μπορούν να αμυνθούν;

 

Η κοινωνία πρέπει να αμυνθεί απέναντι σε ανθρωποβόρες συμπεριφορές που εκδηλώνονται πίσω από την φρικτή ιαχή: «Πάμε να τους σκοτώσουμε. Να του γα…σουμε. Να τελειώνουμε» (που καταγράφηκε σε πλήθος βίντεο), η οποία θα συνοδεύει εσαεί κάθε αναφορά σ’ αυτή την άκρως ιδιαίτερη και επικίνδυνη κατηγορία «ανθρώπων».

 

Αυτή η βαρβαρότητα που εκδηλώνεται καθημερινά από τους ένστολους οπαδούς του «Πάμε να τους σκοτώσουμε. Να του γα…σουμε. Να τελειώνουμε», θα μπορούσε να περισταλεί κάπως ΕΑΝ όλοι όσοι επανδρώνουν τα «Ειδικά Σώματα Καταστολής» υποβάλλονταν σε αυστηρή ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ και σε κατάλληλα ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΤΕΣΤ από επιτροπές ανεξάρτητων επιστημόνων, προκειμένου να απαλλαγούν αυτές οι «Ομάδες» από τα πλέον επικίνδυνα και καταστρεπτικά στοιχεία τους.

 

Σίγουρα, η πιο κατάλληλη λύση θα ήταν η διάλυση των «Ειδικών Σωμάτων Καταστολής». Κι αυτό γιατί, απλούστατα, η Αστυνομία για την επιτέλεση του θεσμικού της ρόλου δεν έχει ανάγκη από πραιτοριανούς που την υποκαθιστούν. Αλλά, κάτι τέτοιο αποτελεί «όνειρο θερινής νύχτας» για την συνομοταξία των επαγγελματιών πολιτικών που διαφεντεύουν την κοινωνία μας.

 

Κλεάνθης Γρίβας