Τουρισμός και τα μυαλά στα κάγκελα


Γράφει η Μαρία Μητσοπούλου

Το μεγάλο θερινό στοίχημα της κυβέρνησης είναι ο τουρισμός, καθώς προσδοκά αυξημένα έσοδα, τουλάχιστον σε σχέση με πέρυσι, ώστε να αποτυπωθούν στους δείκτες της οικονομίας (ΑΕΠ, ρυθμός ανάπτυξης) και να στηριχθεί το αφήγημα της κανονικότητας, της επανεκκίνησης της οικονομίας και της εισόδου σε τροχιά ανάπτυξης από εδώ και στο εξής.

Η κυβέρνηση αναζητεί την ισορροπία μεταξύ οικονομίας και προστασίας της δημόσιας υγείας αλλά τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά κι ευθύγραμμα. Όσο και αν στον κυβερνητικό λόγο και στα δελτία ειδήσεων τονίζεται η επιστροφή στην κανονικότητα, η πανδημία συνεχίζει να «καλπάζει», την ώρα που εξερχόμαστε από λοκντάουν. Αν η οικονομία και οι δραστηριότητες ανοίξουν πλήρως εύλογα εκφράζονται φόβοι για νέα άνοδο των κρουσμάτων και έξαρση.

Οι καθυστερήσεις στους εμβολιασμούς, κατά τους προηγούμενους μήνες, συνεπάγονται την επίτευξη ενός ποσοστού ανοσίας του πληθυσμού όχι νωρίτερα από τη μέση του καλοκαιριού και ανάλογα και με το ποσοστό εμβολιασμού ανά ηλικιακή κατηγορία. Αν αυτό το ποσοστό δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό και επιπλέον, παρατηρηθεί και επιδείνωση της επιδημιολογικής κατάστασης με μερίδιο ευθύνης στο χαλαρό άνοιγμα του τουρισμού, αλλά και στο γενικότερο κλίμα χαλάρωσης, τότε θα είναι δύσκολα τα πράγματα, για όλους αλλά μάλλον και για τον τουρισμό.

Για την ώρα η κυβέρνηση ελπίζει να δικαιωθεί και οικονομικά και πολιτικά για την απόφασή της να ανοίξει τον τουρισμό παρά τα υψηλά κρούσματα, και η αγωνία της ως προς τη μετάδοση του μηνύματος αισιοδοξίας, αποτυπώνεται και στα τηλεοπτικά ρεπορτάζ των τελευταίων ημερών: οι τουρίστες έρχονται, οι τουριστικές δομές γεμίζουν, τα μέτρα τηρούνται από ντόπιους και ξένους, η αισιοδοξία επιστρέφει μαζί με την κανονικότητα. Όλα δείχνουν ότι το επόμενο διάστημα θα υποστούμε τεράστιες δόσεις προβολής της τουριστικής κίνησης και για λόγους εμπέδωσης κλίματος αισιοδοξίας σε κοινωνία και οικονομία και για λόγους κυβερνητικής επιβεβαίωσης.

Ανεξαρτήτως των φόβων και των προβλέψεων στο επιδημιολογικό σκέλος, ο τουρισμός προβάλει ως εθνικό στοίχημα υπεράνω πάσης αμφισβήτησης. Είναι η σανίδα σωτηρίας της οικονομίας (και της κυβέρνησης) και ως εκ τούτου τα πάντα θυσιάζονται στο βωμό της τουριστικής βιομηχανίας – εδώ και χρόνια, πολλώ δε μάλλον τώρα.

Η τουριστική επέκταση κάθε χρόνο διευρύνεται, δεν μένει γωνιά αυτού του τόπου ανεκμετάλλευτη και αναξιοποίητη, κυρίως στις παραλιακές περιοχές, δικαιολογώντας απολύτως τον όρο «βιομηχανία». Εργασιακές συνθήκες και μισθοί των εργαζομένων του κλάδου, περιβάλλον, αισθητική, ποιότητα ζωής των κατοίκων σε τουριστικές περιοχές, κ.ο.κ. είναι πεδία τα οποία συμπιέζονται, παραβιάζονται, υφίστανται εκπτώσεις, γιατί τι να κάνουμε, αυτή είναι η βαριά βιομηχανία της χώρας.

Η πολιτική για τον τουρισμό επηρεάζεται και κατευθύνεται από τους μεγάλους ξενοδοχιακούς ομίλους, τις αεροπορικές εταιρείες και τους tour operators ακόμη και μέσα στην πανδημία, και είναι σαφώς προσανατολισμένη στους τουρίστες από το εξωτερικό, κατανοητό σε μεγάλο βαθμό. Ο εγχώριος … καταναλωτής του τουριστικού προϊόντος, με μια δεκαετία κρίσης στην πλάτη όπου είχε ξεχάσει τις διακοπές, ψάχνει τις ευκαιρίες με το δίκανο, στρέφεται όλο και περισσότερο στον κοινωνικό τουρισμό, είναι αντιμέτωπος με υψηλό κόστος διακοπών, πολλές φορές αντιστρόφως ανάλογο ως προς την ποιότητα των τουριστικών υπηρεσιών.

«Ο πνιγμένος απ’ τα μαλλιά του πιάνεται» θα πει κανείς, τέτοιες ώρες τέτοια λόγια, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να ανοίξει ουσιαστική συζήτηση για την ποιότητα του τουριστικού προϊόντος και διαμόρφωση πολιτικής για τον τουρισμό με όρους σεβασμού και βιωσιμότητας για την τοπική κοινωνία που υποδέχεται την τουριστική κίνηση. Καθώς κινούμαστε από κρίση σε κρίση με την οικονομία να πρέπει κάπως να στηριχθεί, και τον κλάδο να προσπαθεί να επιβιώσει, προφανώς δύσκολο να ανοίξει τέτοια συζήτηση σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, αλλά χρειάζεται να γίνει σε συνδυασμό προφανώς με το αναπτυξιακό μοντέλο και τη λογική της επένδυσης και σε άλλους τομείς της οικονομίας.

από topontiki