Η θεία Δίκη....


Γράφει ο Γιώργος Γιαννάκης

Τα κορίτσια στον αργαλείο φτιάχνουν τα προικιά τους και σιγοτραγουσάνε. Δραγάτης στα αυλάκια και στα νερά του, κάπου ακούς και καμιά γκρίνια γιατί αυτινής οι ώρες ηταν περσότερες.
Καλοκαίρι Ιούλης μήνας η φύση σε πλήρη οργασμό. Όλα κυλούσαν μια χαρά στο χωριό. Ο αγροφύλακας το νού μη γέν καμιά ζημιά, ο μυλωνάς στα αλεύρια και στα ξάϊα του. Και ξάφνου ακούμε την καμπάνα να χτυπάει. Ε λέμε κανένας μεγάλος θα πέθανε.
- Ρε τι μεγάλος ο Λούσιας χτύπησε τον Γιάννη
- Ωρέ πώς έγινε  ετούτο το κακό, αυτοί ήτανε σαν αδέρφια απορούνε όλοι. Να λέει ο Κώστας εκεί που παίζανε χαρτιά γήνκε μια παρεξήγηση και του τράβηξε ενα φούσκο ο Γιάννης στο Λούσια, δεν δώσαν συνέχεια. Λέει ο Γιάννης πάω να γυρίσω τ' αυλάκι και έρχομαι.
Μόλις έφυγε ο Γιάννης αρχίσανε κάτι καρακόλια που θέλαν να κάνουν ζημιά στο μαγαζί, ρε χαμένε σε έδειρε ο Γιάννης δυό μέτρα άντρας,  του βάλανε τζινές καταλαίνετε τώρα. Γυρνάει στο μαγαζί Γιάννης τρώει μια στο σβέρκο πάρτουν κάτω. Ε.. σε λίγο ήρθε το κακό μαντάτο, ο Γιάννης ξεψύχησε στο δρόμο. 
Βαρύτο πένθος στο χωριό. Η φουκαριάρα η μάνα του η βάβω Μαρίνου δεν σταμάτησε όσο την θυμάμαι τις κατάρες και τα αναθέματα. Δικάστηκε ο Λούσιας αλλά σε τέσσερα χρόνια βγήκε λες και σκότωσε κανά σκυλί. Βλέπεις οι καιροί ήταν πονηροί και λίγοι είχαν μπάρμπα στην κορώνα.
Πέρασε καιρός, πολλοί χωριανοί μετακόμισαν στα σεισμόπληκτα έξω από τα Γιάννενα. Η βάβω η καψερή δεν σταμάτησε τις κατάρες, κακό αυτοκίνητο να τον πατήσει. Εχει φτάσει στα βαθιά γεράματα κάπου έπεσε έσπασε το ποδι της. Μου έλεγε η φουκαριάρα Γιωργάκη μ άμα τον έχανα στο πόλεμο θα το ξεπέρναγα αλλά ετούτο δεν ξεπερνιέται με το χαμό του παιδιού μου και συ του μπάρμπα σου.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και νάσου ακούγεται ο Σωτηράκης της Αλέξους.  
Βάβω, γιαγιά Βάβωωωωωωώ, τίποτα τώρα θα σου ξεβουλώσω το αυτί, ζυγώνει κοντά και της λέει.
- Γιαγιά σκοτώθηκε ο Λούσιας. 
-Το ακούει η Βάβω, πότε παιδάκι
-Πότε, να προχτές τον βρήκε σκοτωμένο το παιδί του μέσα στο κανάλι τον χτύπησε ένα αυτοκίνητο.
- Ελα εδώ παιδάκι μου σε εκείνο το μουσκέ το έχω κάτι λουκούμια πάρτα να τα φάς 
-Γιαγιά ένα θα πάρω να έχεις να κερνάς. 
-Πάρτα που σου λέω δεν κεράω άλλους πάω να βρώ τον Γιάννη μου



Γιώργος Γιαννάκης