Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2022

Μόμο – Ιστορίες για πολλούς και ιστορίες για μία

Σιγά σιγά η Μόμο έγινε εντελώς απαραίτητη για τον Τζίτζη τον Ξεναγό. Είχε –αν μπορεί να το πει κανείς για έναν επιπόλαιο και ανέμελο νεαρό– αγαπήσει βαθιά αυτό το αναμαλλιασμένο κοριτσάκι κι αν γινόταν θα το κουβαλούσε παντού μαζί του.

Όπως ξέρουμε κιόλας, το πάθος του ήταν να λέει διάφορες ιστορίες. Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, μέσα του έγινε μια αλλαγή, που κι ο ίδιος την ένιωσε πολύ καλά. Παλιότερα, οι ιστορίες του βγαίνανε καμιά φορά λιγάκι φτωχές, γιατί δεν του κατέβαινε καμιά καλή ιδέα.

Έλεγε και ξανάλεγε τα ίδια πράγματα ή θυμόταν κανένα διήγημα που είχε διαβάσει σε εφημερίδα ή και καμιά ταινία που είχε δει. Οι ιστορίες του, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, περπατούσαν ως τότε με τα πόδια, αλλά από τότε που γνώρισε τη Μόμο βγάλανε ξαφνικά φτερά.

Τότε προπαντός, όταν η Μόμο βρισκόταν εκεί και τον άκουγε, η φαντασία του άνθιζε όπως ένα λιβάδι την άνοιξη. Παιδιά και μεγάλοι συνωστίζονταν γύρω του. Μπορούσε να λέει ιστορίες που συνεχίζονταν για μέρες κι εβδομάδες και η έμπνευσή του ήταν ανεξάντλητη. Εδώ που τα λέμε άκουγε κι αυτός τον εαυτό του με την ίδια αγωνία, γιατί δεν είχε την παραμικρή ιδέα πού θα τον οδηγούσε η φαντασία του.

Κάποια φορά, που έτυχε να έρθουν πάλι ταξιδιώτες και θέλανε να επισκεφτούν το αμφιθέατρο (η Μόμο καθόταν λίγο πιο πέρα στα πέτρινα σκαλοπάτια), άρχισε έτσι:

«Αξιότιμοι κυρίες και κύριοι! Όπως θα ξέρετε, η αυτοκράτειρα Στραπάτσια Αυγουστίνα είχε κάνει αμέτρητους πολέμους για να προστατέψει το κράτος της από τις συνεχείς επιθέσεις των Τρεμουλιάρηδων και των Φοβητσιάρηδων. Όταν για μια φορά ακόμα υπέταξε αυτούς τους λαούς, είχε θυμώσει τόσο με τις συνεχείς ενοχλήσεις τους, που τους φοβέρισε ότι θα τους εξόντωνε όλους συν γυναιξί και τέκνοις, εκτός αν ο βασιλιάς τους ο Ξαξατράξολος της παραχωρούσε ως τιμωρία του το χρυσόψαρό του.

»Κι αυτό, αξιότιμοι κύριοι και κυρίες, γιατί εκείνον τον καιρό τα χρυσόψαρα ήταν ακόμα άγνωστα στη χώρα μας. Η αυτοκράτειρα Στραπάτσια όμως είχε μάθει από κάποιον ταξιδιώτη πως εκείνος ο βασιλιάς, ο Ξαξατράξολος, είχε ένα ψαράκι, που μόλις θα μεγάλωνε θα μεταμορφωνόταν σε καθαρό χρυσάφι. Και η αυτοκράτειρα ήθελε οπωσδήποτε ν’ αποκτήσει ένα τόσο σπάνιο πράγμα.


»Ο βασιλιάς Ξαξατράξολος γέλασε κάτω από τα μουστάκια του. Το χρυσόψαρο, που πραγματικά το είχε, το έκρυψε κάτω από το κρεβάτι του. Και πρόσταξε να πάνε στη θέση του στην αυτοκράτειρα μέσα σε μια διαμαντοστολισμένη σουπιέρα μια μικρή φάλαινα. Η αυτοκράτειρα ξαφνιάστηκε βέβαια κάπως με το μέγεθος του ζώου, γιατί φανταζόταν το χρυσόψαρο πιο μικρό. Είπε όμως στον εαυτό της, όσο μεγαλύτερο, τόσο το καλύτερο, τόσο περισσότερο χρυσό θα της έδινε τελικά το ψάρι. Αλλά αυτό το χρυσόψαρο δεν είχε επάνω του την παραμικρή χρυσή ανταύγεια κι αυτό την ανησύχησε. Οι απεσταλμένοι του βασιλιά Ξαξατράξολου της εξήγησαν πως το ψάρι θα μεταμορφωνόταν σε χρυσό μονάχα όταν θα έφτανε στο κανονικό του μέγεθος κι όχι πιο νωρίς. Γι’ αυτό και ήταν απαραίτητο να μην εμποδιστεί καθόλου η ανάπτυξή του. Αυτή η εξήγηση ικανοποίησε την αυτοκράτειρα Στραπάτσια.

»Το νεαρό ψάρι μεγάλωνε μέρα με τη μέρα και είχε ανάγκη από ένα σωρό τροφή. Μα η αυτοκράτειρα Στραπάτσια δεν ήταν βέβαια φτωχιά· έδινε λοιπόν στο ψάρι όσο φαΐ μπορούσε να καταβροχθίσει, έτσι που γινόταν όλο και πιο χοντρό, όλο και πιο παχύ. Σε λίγο η σουπιέρα δεν το χωρούσε πια.

“Όσο μεγαλύτερο, τόσο το καλύτερο”, είπε η αυτοκράτειρα Στραπάτσια και πρόσταξε να το μετακομίσουν σε μια μπανιέρα. Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και το ψάρι δε χωρούσε ούτε στην μπανιέρα. Μεγάλωνε και μεγάλωνε. Τότε το μεταφέρανε στην αυτοκρατορική πισίνα. Αυτή η μετακόμιση ήταν πια αρκετά πολύπλοκη γιατί το ψάρι ζύγιζε τώρα όσο κι ένα βόδι. Ένας από τους σκλάβους που το μετέφεραν γλίστρησε και η αυτοκράτειρα διέταξε να ρίξουν αμέσως τον δυστυχισμένο στα λιοντάρια, γιατί το ψάρι είχε γίνει γι’ αυτήν το πιο πολύτιμο αγαθό.

»Κάθε μέρα καθόταν με τις ώρες στην άκρη της πισίνας και το παρακολουθούσε καθώς εκείνο μεγάλωνε. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν το πολύ χρυσάφι, γιατί, όπως είναι γνωστό, έκανε μια πολυδάπανη ζωή και το χρυσάφι δεν της έφτανε ποτέ.

»“Όσο μεγαλύτερο, τόσο το καλύτερο”, μουρμούριζε συνέχεια από μέσα της. Αυτή η φράση ανακηρύχτηκε κρατικό σύνθημα και γράφτηκε με ορειχάλκινα γράμματα σ’ όλα τα κρατικά κτίρια.

»Τελικά όμως το ψάρι έγινε τόσο μεγάλο που ακόμα και η αυτοκρατορική  πισίνα ήταν πολύ στενάχωρη για αυτό. Η Στραπάτσια διέταξε τότε να χτιστεί αυτό το κτίριο που τα ερείπιά του βλέπετε μπροστά σας, κυρίες και κύριοι. Ήταν ένα τεράστιο, ολοστρόγγυλο ενυδρείο, γεμάτο ως επάνω με νερό κι εδώ επιτέλους μπόρεσε ν’ απλωθεί σωστά το ψάρι.

»Και η αυτοκράτειρα καθόταν αυτοπροσώπως μέρα και νύχτα σ’ εκείνη τη θέση και παρακολουθούσε το ψάρι για να διαπιστώσει αν είχε κιόλας αρχίσει να μεταμορφώνεται σε χρυσό. Τώρα πια δεν είχε εμπιστοσύνη σε κανέναν, ούτε στους σκλάβους της ούτε και στους συγγενείς της, και φοβόταν μην της κλέψει κανείς το ψάρι. Καθόταν λοιπόν εκεί κι όλο αδυνάτιζε από τον φόβο και την ανησυχία της, δεν έκλεινε μάτι και φύλαγε το ψάρι, που πλατσούριζε χαρούμενο τριγύρω και δεν έδειχνε καμιά διάθεση να μεταβληθεί σε χρυσάφι. Κι όσο περνούσε ο καιρός τόσο περισσότερο παραμελούσε η Στραπάτσια τις κρατικές της υποθέσεις.

»Αυτό ακριβώς ήταν που περίμεναν οι Τρεμουλιάρηδες και οι Φοβητσιάρηδες. Κάτω από την αρχηγία του βασιλιά τους, του Ξαξατράξολου, ξεκίνησαν για μια τελευταία πολεμική εκστρατεία και
κατάκτησαν ολόκληρη τη χώρα πριν προλάβεις να πεις κύμινο. Δε συνάντησαν ούτε ένα στρατιώτη κι όσο για τον λαό αδιαφορούσε για το ποιος θα τον κυβερνούσε.

»Όταν η αυτοκράτειρα Στραπάτσια έμαθε τελικά τα θλιβερά νέα, φώναξε τα γνωστά λόγια: “Αλίμονο σ’ εμένα! Ας είχα…” Η συνέχεια δεν έχει δυστυχώς περισωθεί. Βέβαιο είναι πάντως πως ρίχτηκε σ’ αυτό το ενυδρείο και πνίγηκε δίπλα στο ψάρι, που είχε γίνει ο τάφος όλων των ελπίδων της. Ο βασιλιάς Ξαξατρόξολος διέταξε, για να γιορτάσει τη νίκη του, να σφαγεί η φάλαινα και για οκτώ μέρες συνέχεια ολόκληρος ο λαός έτρωγε τηγανητό φιλέτο ψαριού.

»Βλέπετε λοιπόν, αγαπητές κυρίες και κύριοι, μέχρι ποιο σημείο μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο η ευκολοπιστία».

Η Μόμο – 1973 – Michael Ende. Μετάφραση Κίρα Σίνου. Εκδόσεις Ψυχογιός

by Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Οποιοσδήποτε κάνει σχόλια φέρει και την ευθύνη αυτών που λέει και ο κάθε αναγνώστης είναι ελεύθερος να τον χαρακτηρίζει από αυτά. Παρόλα αυτά ,γνώμες από κομματόσκυλα θα διαγράφονται γιατί η εποχή τους πέρασε, ότι έφαγαν έφαγαν και όσο κακό έκαναν στην Ελλάδα έκαναν.