ΣΤΟΥΣ ΚΑΤΑΘΕΤΕΣ ΤΙ ΔΙΝΟΥΝ; ΤΙΠΟΤΑ! ΜΕ ΤΙΣ ΠΛΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες αναζητούν νέες εξαγορές, σχεδιάζουν γενναίες διανομές στους μετόχους και επεκτείνονται στις ασφάλειες και στη διαχείριση περιουσίας. Την ίδια ώρα, οι καταθέσεις καθημερινής χρήσης των νοικοκυριών αποδίδουν κατά μέσο όρο μόλις.. 0,03%, τα καταναλωτικά δάνεια παραμένουν πανάκριβα και η χρηματοδότηση ελευθέρων επαγγελματιών, αγροτών και ατομικών επιχειρήσεων εμφανίζει ετήσια υποχώρηση. Το τραπεζικό θαύμα έχει κερδισμένους. Το ερώτημα είναι ποιοι μένουν απέξω
Η ΠΥΘΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ
Αναγνώστριες και αναγνώστες μου, συντρόφισσες και σύντροφοι παρακολουθώ τις τελευταίες ημέρες ένα πραγματικά συγκινητικό θέαμα.
Οι τραπεζίτες εμφανίζονται περιχαρείς, οι οικονομικοί αναλυτές χειροκροτούν, οι επενδυτές τρίβουν τα χέρια τους και τα δημοσιεύματα προαναγγέλλουν έναν καινούργιο γύρο μεγάλων επιχειρηματικών συμφωνιών. Εξαγορές, ασφαλιστικές εταιρείες, διαχείριση περιουσίας, επενδυτικά προϊόντα, διεθνής επέκταση. Όλα μεγάλα, όλα λαμπερά, όλα πολλά υποσχόμενα. Και πώς να μη χαμογελούν οι διοικήσεις των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, όταν τα κέρδη τους στο εννεάμηνο του 2026 προσεγγίζουν τα 3,8 δισ. ευρώ; Πρόκειται για μια επίδοση που προκαλεί ενθουσιασμό στους μετόχους. Δεν είμαι, όμως, καθόλου βέβαιη ότι προκαλεί ανάλογο ενθουσιασμό στον συνταξιούχο που διατηρεί τις οικονομίες του σε έναν απλό τραπεζικό λογαριασμό ή στον μικροεπαγγελματία που αναζητά χρηματοδότηση για να κρατήσει ανοιχτή την επιχείρησή του.
Διότι εδώ υπάρχει μια λεπτομέρεια που χάνεται πίσω από τους πανηγυρικούς τίτλους. Οι τράπεζες δεν υπάρχουν σε κάποια παράλληλη οικονομία, ανεξάρτητη από την ελληνική κοινωνία. Διαχειρίζονται τις καταθέσεις των πολιτών, χορηγούν δάνεια, εισπράττουν τόκους και προμήθειες, καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό την πρόσβαση επιχειρήσεων και νοικοκυριών στο χρήμα. Όταν, λοιπόν, ανακοινώνουν τέτοια κέρδη, δικαιούνται ασφαλώς να μιλούν για επιτυχία. Δικαιούνται όμως και οι υπόλοιποι να ρωτούν πόσο από αυτή την επιτυχία επιστρέφει στην πραγματική οικονομία. Και κυρίως ποιοι απολαμβάνουν τους καρπούς της.
Τα 3,8 δισ. ευρώ, το 0,03% και μια σύγκριση που ενοχλεί
Θα σας δώσω, αναγνώστριες και αναγνώστες μου, μερικούς αριθμούς. Όχι από κάποιο φυλλάδιο διαμαρτυρίας, αλλά από την ίδια την Τράπεζα της Ελλάδος. Τον Σεπτέμβριο του 2026, το μέσο επιτόκιο των νέων καταθέσεων διαμορφώθηκε στο 0,40%, ενώ το αντίστοιχο μέσο επιτόκιο των νέων δανείων έφτασε στο 4,76%. Πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες τραπεζικών προϊόντων, επομένως η μεταξύ τους διαφορά δεν ταυτίζεται με το καθαρό περιθώριο κέρδους των τραπεζών. Αποτυπώνει, όμως, με εξαιρετική σαφήνεια την απόσταση ανάμεσα στην ανταμοιβή εκείνου που καταθέτει χρήματα και στο κόστος εκείνου που δανείζεται.
Προσέξτε τώρα το ωραιότερο. Οι καταθέσεις μίας ημέρας των νοικοκυριών, δηλαδή οι λογαριασμοί όπου βρίσκεται μεγάλο μέρος των χρημάτων καθημερινής χρήσης, είχαν μέσο επιτόκιο μόλις 0,03%. Την ίδια περίοδο, το μέσο επιτόκιο στις πιστωτικές κάρτες, στα ανοικτά δάνεια και στις συναφείς μορφές ανακυκλούμενης καταναλωτικής πίστης διαμορφωνόταν στο 14,61%. Φυσικά, κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν θα ισχυριστεί ότι αυτά τα προϊόντα έχουν τον ίδιο κίνδυνο ή ότι πρέπει να έχουν το ίδιο επιτόκιο. Αλλά δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος για να διαπιστώσει τη δυσαναλογία. Για να κρατήσει η τράπεζα τα χρήματά σου, σου προσφέρει σχεδόν τίποτα. Για να χρησιμοποιήσεις εσύ χρήματα της τράπεζας, ο λογαριασμός μπορεί να γίνει ιδιαίτερα βαρύς.
Και ενώ συμβαίνουν αυτά, οι τέσσερις συστημικοί όμιλοι εμφανίζουν συνολικά περίπου 6,6 δισ. ευρώ καθαρά έσοδα από τόκους και περισσότερα από 2 δισ. ευρώ έσοδα από προμήθειες στο εννεάμηνο. Να είμαστε ακριβείς: τα έσοδα από προμήθειες προέρχονται από πολλές διαφορετικές δραστηριότητες και δεν είναι όλα χρεώσεις απλών καταναλωτών. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί την ουσία. Η επέκταση των μη επιτοκιακών εσόδων αποτελεί πλέον βασικό επιχειρηματικό στόχο των διοικήσεων. Και ο πολίτης δικαιούται να απαιτεί διαφάνεια για το τι πληρώνει, γιατί το πληρώνει και τι υπηρεσία λαμβάνει ως αντάλλαγμα.
Τα δάνεια αυξάνονται. Για ποιους, όμως;
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η καρδιά του ζητήματος. Οι τράπεζες ανακοινώνουν συνολική καθαρή πιστωτική επέκταση περίπου 10,8 δισ. ευρώ στο εννεάμηνο. Εξαιρετικά. Η χρηματοδότηση της οικονομίας είναι απαραίτητη και η αύξησή της αποτελεί θετική εξέλιξη. Αλλά υπάρχει ένα ερώτημα που δεν απαντάται με την παράθεση ενός εντυπωσιακού συνολικού αριθμού: Πού κατευθύνονται αυτά τα χρήματα;
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για τον Σεπτέμβριο δείχνουν ότι η ετήσια αύξηση της χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις έφτανε στο 7,8%. Την ίδια στιγμή, όμως, η χρηματοδότηση προς ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις εμφάνιζε ετήσια μεταβολή -2,2%. Δεν πρόκειται για το ίδιο στατιστικό μέγεθος με την πιστωτική επέκταση του εννεαμήνου, ούτε σημαίνει ότι όλες οι μικρές επιχειρήσεις έχουν αποκλειστεί από τον δανεισμό. Αποτελεί, ωστόσο, ένα σαφές προειδοποιητικό σήμα που απαιτεί εξηγήσεις.
Γιατί, αναγνώστριες και αναγνώστες μου, η Ελλάδα δεν αποτελείται μόνο από μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Υπάρχουν χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις, αυτοαπασχολούμενοι, καταστήματα, οικογενειακές μονάδες και αγρότες που χρειάζονται κεφάλαια κίνησης, επενδύσεις και πρόσβαση σε χρηματοδότηση με λογικούς όρους. Εάν το τραπεζικό σύστημα πανηγυρίζει για την πιστωτική επέκταση, ενώ η χρηματοδότηση αυτής της κατηγορίας δανειοληπτών υποχωρεί σε ετήσια βάση, υπάρχει ένα πρόβλημα που δεν λύνεται με δελτία Τύπου. Και κάποιος πρέπει επιτέλους να το θέσει στο δημόσιο τραπέζι.
Μυλωνάς, Καραβίας, Μεγάλου και Ψάλτης ψάχνουν το επόμενο μεγάλο deal
Ας δούμε τώρα τι απασχολεί τις διοικήσεις. Ο Παύλος Μυλωνάς στην Εθνική Τράπεζα αναζητά τρόπους αξιοποίησης του κεφαλαιακού πλεονάσματος, με έμφαση σε συνεργασίες και επενδύσεις που θα ενισχύσουν τα έσοδα. Ο Φωκίων Καραβίας στη Eurobank έχει προχωρήσει βαθύτερα στις ασφαλιστικές δραστηριότητες μέσω της Eurolife, ενώ εξετάζει νέες ευκαιρίες και στο εξωτερικό. Ο Χρήστος Μεγάλου στην Πειραιώς επενδύει στην Εθνική Ασφαλιστική, στην ψηφιακή τραπεζική μέσω της Snappi και στη διαχείριση κεφαλαίων. Ο Βασίλης Ψάλτης στην Alpha Bank προωθεί την επέκταση στις επενδυτικές υπηρεσίες και τη διαχείριση περιουσίας.
Με δυο λόγια, οι τέσσερις τραπεζικοί όμιλοι δεν αρκούνται πια στις παραδοσιακές τραπεζικές εργασίες. Θέλουν να αποκτήσουν μεγαλύτερο μερίδιο από το συνολικό οικονομικό πορτοφόλι των πελατών τους. Να τους δανείζουν, να διαχειρίζονται τις αποταμιεύσεις τους, να τους προσφέρουν επενδυτικά προϊόντα, να τους ασφαλίζουν. Μια ολόκληρη αλυσίδα χρηματοοικονομικών υπηρεσιών συγκεντρώνεται γύρω από ομίλους που ήδη κατέχουν κυρίαρχη θέση στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
Δεν είναι παράνομο. Δεν είναι καν κατ’ ανάγκην αρνητικό. Μπορεί να δημιουργήσει συνέργειες και καλύτερες υπηρεσίες. Αλλά ας μη θεωρούμε ότι κάθε εξαγορά συνιστά αυτομάτως κοινωνική πρόοδο. Όσο περισσότερο συγκεντρώνονται οι χρηματοοικονομικές δραστηριότητες, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν ο ανταγωνισμός, η ανεξαρτησία των συμβουλών προς τον πελάτη και η διαφάνεια των χρεώσεων. Ποιος θα διασφαλίσει ότι ο πολίτης θα επιλέγει πραγματικά το καλύτερο προϊόν και δεν θα κατευθύνεται απλώς προς εκείνο που αποφέρει μεγαλύτερο έσοδο στον όμιλο; Εδώ περιμένω να ακούσω τις εποπτικές αρχές. Όχι μόνο τις διοικήσεις και τους χρηματιστηριακούς αναλυτές.
Εκατοντάδες εκατομμύρια για τους μετόχους. Τι μένει για τους πελάτες;
Στο μεταξύ, οι ανακοινώσεις για τις διανομές προς τους μετόχους διαδέχονται η μία την άλλη. Η Εθνική Τράπεζα έχει ανακοινώσει ενδιάμεσο μέρισμα 230 εκατ. ευρώ και πρόγραμμα επαναγοράς μετοχών 560 εκατ. ευρώ. Η Eurobank προγραμματίζει προμέρισμα 214 εκατ. ευρώ, με στόχο συνολική διανομή που αντιστοιχεί στο 55% των κερδών της χρήσης. Η Πειραιώς σχεδιάζει διανομή 650 εκατ. ευρώ για το 2026, ενώ η Alpha Bank έχει επίσης θέσει στόχο διανομής 55% των κερδών. Πρόκειται για ανακοινωμένες ή σχεδιαζόμενες διανομές, όχι για χρήματα που έχουν κατ’ ανάγκην ήδη καταβληθεί.
Να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Οι μέτοχοι έχουν δικαίωμα στην απόδοση της επένδυσής τους. Οι τράπεζες χρειάζονται κερδοφορία, κεφάλαια και ισχυρούς ισολογισμούς. Το πρόβλημα δεν είναι ότι έχουν κέρδη ούτε ότι καταβάλλουν μερίσματα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το κριτήριο της επιτυχίας περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε αυτά. Όταν ο δημόσιος διάλογος εξαντλείται στο πόσα εκατομμύρια θα εισπράξουν οι μέτοχοι και στο ποια ασφαλιστική θα αγοράσει η επόμενη τράπεζα, ενώ υποβαθμίζεται η συζήτηση για το κόστος των καθημερινών τραπεζικών συναλλαγών, την απόδοση των αποταμιεύσεων και την πρόσβαση των μικρότερων οικονομικών μονάδων στην πίστωση.
Και, μεταξύ μας, υπάρχει μια βαθιά ειρωνεία. Επί χρόνια το ελληνικό τραπεζικό σύστημα συνδέθηκε με μια εξαιρετικά επώδυνη οικονομική κρίση, ανακεφαλαιοποιήσεις και τεράστιες θυσίες της κοινωνίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε σημερινό τραπεζικό κέρδος ανήκει αυτομάτως στους φορολογουμένους. Σημαίνει, όμως, ότι η κοινωνία έχει κάθε δικαίωμα να απαιτεί από τους ισχυρότερους χρηματοπιστωτικούς ομίλους της χώρας κάτι περισσότερο από εντυπωσιακές παρουσιάσεις προς τους επενδυτές.
Το τραπεζικό θαύμα δεν μπορεί να σταματά στην πόρτα των μετόχων
Αναγνώστριες και αναγνώστες μου, δεν ζητώ από τους τραπεζίτες να μετατραπούν σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ζητώ να πάψει να παρουσιάζεται ως αυτονόητη επιτυχία για ολόκληρη την κοινωνία οτιδήποτε αυξάνει την απόδοση των τραπεζικών κεφαλαίων. Η κερδοφορία είναι ένας δείκτης. Η πρόσβαση στη χρηματοδότηση, το κόστος του χρήματος, ο ουσιαστικός ανταγωνισμός και η ποιότητα των υπηρεσιών είναι άλλοι δείκτες, εξίσου σημαντικοί για την οικονομία που υποτίθεται ότι υπηρετεί το τραπεζικό σύστημα.
Και εδώ πρέπει να απευθυνθούμε και στην κυβέρνηση. Πόσο ικανοποιημένη είναι από την απόδοση των απλών καταθέσεων; Τι απάντηση έχει για τη χρηματοδοτική εικόνα των αυτοαπασχολουμένων και των αγροτών; Πώς παρακολουθεί τις συγκεντρώσεις που δημιουργούνται με τις εξαγορές; Τι ουσιαστικές πρωτοβουλίες σχεδιάζει για περισσότερο ανταγωνισμό και για διαφανείς, συγκρίσιμες χρεώσεις; Δεν μπορεί να ζητάμε από την κοινωνία να πανηγυρίζει κάθε φορά που ανακοινώνεται ένα δισεκατομμύριο κερδών, χωρίς να εξηγούμε πώς αυτή η επιτυχία βελτιώνει και τη δική της θέση.
Οι Μυλωνάς, Καραβίας, Μεγάλου και Ψάλτης κάνουν τη δουλειά για την οποία τους έχουν επιλέξει οι μέτοχοι των τραπεζών τους. Αναζητούν κέρδη, αποδόσεις και ευκαιρίες ανάπτυξης. Ας κάνουν, λοιπόν, και η κυβέρνηση και οι εποπτικές αρχές τη δική τους δουλειά. Να διασφαλίσουν ότι οι πολίτες δεν θα είναι απλώς οι πελάτες ενός ολοένα μεγαλύτερου τραπεζικού συστήματος, αλλά θα απολαμβάνουν και τα οφέλη μιας πραγματικά ανταγωνιστικής αγοράς.
Γιατί τα 3,8 δισ. ευρώ μπορεί να αποτελούν εξαιρετική είδηση για το Χρηματιστήριο. Για τον καταθέτη που εισπράττει 0,03% στον καθημερινό του λογαριασμό, όμως, το μεγάλο τραπεζικό πάρτι παραμένει μια γιορτή στην οποία δεν έχει προσκληθεί.
Και το χειρότερο; Του ζητούν να χειροκροτήσει κιόλας.
https://periodista.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Οιοσδήποτε θίγεται από άρθρο ή σχόλιο που έχει αναρτηθεί στο oxafies.com , μπορεί να μας ενημερώσει, στο oxafies@gmail.com ώστε να το αφαιρέσουμε άμεσα. Ομοίως και για φωτογραφίες που υπόκεινται σε πνευματικά δικαιώματα.
Στo oxafies.com ακούγονται όλες οι απόψεις . Αυτό δε σημαίνει ότι τις υιοθετούμε η ότι συμπίπτουν με τις δικές μας .