Ο Παλαμάς με στεφάνι από δαφνόφυλλα και ο Δροσίνης με λίγο θυμάρι του βουνού

 Επικοινωνούσαν ανταλλάσσοντας βιβλία, λυρικούς διαλόγους και όμορφους στίχους

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης  και θα επαναλάβουμε ότι η καθιέρωσή της οφείλεται σε ελληνική πρωτοβουλία. Ξεκίνησε από μία έμπνευση του ποιητή Μιχαήλ Μήτρα στην Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων. Ακολούθησε η ποιήτρια Λύντια Στεφάνου που πρότεινε την 21η Μαρτίου, δηλ. την ημέρα της εαρινής ισημερίας. Επιλογή με πλήθος συμβολισμών πέρασε ως πνευματική σκυτάλη στα χέρια του Βασίλη Βασιλικού, πρέσβη τότε της Ελλάδας στην Ουνέσκο. Εισηγήθηκε αναλόγως και το 1999 λήφθηκε η απόφαση ώστε «να ενισχυθεί η εικόνα της ποίησης στα ΜΜΕ,

ούτως ώστε να μην θεωρείται άχρηστη τέχνη, αλλά μία τέχνη που βοηθά την κοινωνία να βρει και να ισχυροποιήσει την ταυτότητά της».

Αλλά για τους ποιητές κάθε μέρα είναι γιορτή. Έχουν τους δικούς τους κώδικες επικοινωνίας. Όπως συνέβαινε με τους συνομήλικους ποιητές Κωστή Παλαμά και Γεώργιο Δροσίνη. Αντάλλασσαν λυρικούς διαλόγους και λόγους φιλίας και εκτίμησης. Αμφότεροι κατατάσσονται στην αποκαλούμενη Νέα Αθηναϊκή Σχολή, δίδαξαν με την τέχνη και τον τρόπο ζωής τους και επηρέασαν τα λογοτεχνικά μας ρεύματα.

Κωστής Παλαμάς. Ελαιογραφία Γ. Ν. Ροϊλού.

 

Το 1925, ο Κ. Παλαμάς έστειλε στον Γ. Δροσίνη την έκδοσή του «Δεκαπεντασύλλαβοι», με την εξής ποιητική αφιέρωση: «Στο Δροσίνη. / Πως αλλιώς / να σε πω; Ο συνοδοιπόρος, / χαίρε, ο πιο γερός, ο πιο παλιός / για τ’ ανέβασμα του Τραγουδιού / τ’ αγιονόρος. / Με το γέλασμα του παιγνιδιού, / με το γνοιάσιμο του κόπου, / δουλεμένο το βιβλίο μου καρτερεί / τη ματιά σου, θρέμμα ανθρώπου, / που δεν είνε στη ζωή του μια στιγμή, / μια ματιά στην ύπαρξή του -δίχως / να ταράξη τη σκέψη ο Στίχος». Από κάτω είχε την ημερομηνία (30/5/1925) και την υπογραφή «Κωστής Παλαμάς»[1].

Η απάντηση του Γ. Δροσίνη ήλθε το 1927, με έκρηξη θαυμασμού για τον συνοδοιπόρο του. Έκφραση εκτίμησης και αγάπης, την οποία σπάνια συναντάμε ανάμεσα στους σύγχρονους μουσοπόλους. Πρόκειται για τέσσερα τετράστιχα, υπό τον τίτλο «Απόκριση». Συνόδευσαν το ποίημά του «Μοιρολόι της Όμορφης». Ήτανε το αντίδωρο, η ψυχική του έκφραση, η απάντησή του. Μόνον που στην απάντηση αυτή ο ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος Γ. Δροσίνης επιλέγει να προβεί σε μία συγκριτική αποτίμηση[2].

Γεώργιος Δροσίνης. Ελαιογραφία Γ. Ν. Ροϊλού.

Μπορεί η πνευματική τους επικοινωνία να ήταν άριστη, αλλά η πορεία της ζωής τους ήταν διαφορετική. Ο Κ. Παλαμάς επέλεξε ν’ ανέβει στις «αλπικές χιονοκιορφές» ενώ ο Γ. Δροσίνης αποδέχεται πως έμεινε στις «λιόφωτες ραχούλες». Ο τελευταίος, άνθρωπος δραστήριος και κοινωνικός, ενεπλάκη με τον χώρο του Τύπου, αφού ως γνωστόν μετέτρεψε το περιοδικό «Εστία» σε καθημερινή εφημερίδα, ασχολήθηκε πληθωρικά με τον πεζό λόγο και μοίρασε την ενεργητικότητά του σε διάφορους τομείς.

Είχαν τον δικό τους κώδικα επικοινωνίας! 

Ο Γ. Δροσίνης αποδέχεται πως ήταν διαφορετικοί οι δρόμοι τους. Ο Κ. Παλαμάς φόρεσε στεφάνι από δαφνόφυλλα, ενώ ο Γ. Δροσίνης αρκέστηκε σε λίγο θυμάρι του βουνού!

Γι’ αυτό έγραφε ο Γ. Δροσίνης στον Κ. Παλαμά: «Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε / στης Τέχνης το γλυκοξημέρωμα -όμως, / με του καιρού το πέρασμα, χαράχτηκε / του καθενός μας χωριστός ο δρόμος: / Εσύ τ’ Ωραίο μέσ’ τα μεγάλα ζήτησες / κι εγώ στα ταπεινά κι’ απορριμένα∙ / και δούλεψες το μπρούντζο και το μάρμαρο / κι άφησες τον πηλό της γης σε μένα∙ / Στις αλπικές χιονοκορφές ανέβηκες / και στάθηκα στις λιόφωτες ραχούλες∙ / αρχόντισσες και ρήγισσες οι μούσες σου / κι εμένα ψαροπούλες και βοσκούλες. / Εσύ στης δάφνης τ’ ακροκλώναρα άπλωσες / κ’ εγώ σε κάθε χόρτο και βοτάνι∙ / στεφάνι έχεις φορέσει από δαφνόφυλλα ⎼ / λίγο θυμάρι του βουνού με φτάνει»[3]!