Καύσιμα στα ύψη, ρεύμα, σούπερ μάρκετ, μαζικές αυξήσεις ενοικίων είναι καιρό τώρα ο εφιάλτης του κάθε νοικοκυριού.

Εκτός εάν αναφέρεται η κυβέρνηση μόνο σε αυτούς που μπορούν να αντέξουν ούτως ή άλλως. Και για τους υπόλοιπους τα είπαμε: ας κόψουν τον λαιμό τους…

 Γράφει ο Σταύρος Χριστακόπουλος

«Και έτσι ερχόμαστε εμείς και λέμε στην Ελληνίδα νοικοκυρά και τον Έλληνα καταναλωτή: Μην φοβάσαι, διότι αυξήσεις μπορεί να δεις στα ράφια, αλλά, επειδή θα πληρώνεις λιγότερους φόρους, τελικά στην τσέπη σου θα δεις περισσότερα λεφτά, άρα μην ανησυχείς».

Αυτό είπε, για πολλοστή φορά, εκ μέρους της κυβέρνησης ο υπουργός Ανάπτυξης Άδωνις Γεωργιάδης αναφερόμενος στο κύμα ακρίβειας, το οποίο ήδη σαρώνει τις τσέπες των Ελλήνων.

Αυτό ακριβώς έχουν ξαναπεί πολλοί, μεταξύ των οποίων και ο πρωθυπουργός. Μόνο που δεν είναι ακριβώς έτσι.

Εάν υποθέσουμε ότι ένας φορολογούμενος έχει μειώσεις φόρου άξιες λόγου, ενδέχεται αυτό το επιχείρημα να στέκει: όντως να έχει διαθέσιμο εισόδημα, το οποίο, αντί να το χρησιμοποιήσει για να βελτιώσει κάπως τη ζωή του ή να βγάλει τίποτε παλαιές συσσωρευμένες υποχρεώσεις, να το ακουμπήσει για να αντιμετωπίσει την ακρίβεια, που προς το παρόν είναι άγνωστο πόσο θα κρατήσει.

Τι γίνεται όμως με αυτούς των οποίων η μείωση φόρου είναι 50, 100, 200 ευρώ; Τι θα πρωτοκαλύψουν; Μόνο με τις αυξήσεις στα καύσιμα, η όποια εξοικονόμηση αυτού του μεγέθους δεν είναι ούτε για «ζήτω». Η ζημιά είναι δεδομένη, και μάλιστα σε άγνωστο βάθος χρόνου.

Ακόμη χειρότερα, τι γίνεται με όσους δεν έχουν επιστροφή φόρου ή χρειάζεται, παρά το χαμηλότερο των αναγκών τους εισόδημα, να πληρώσουν; Αυτούς ποιος και τι θα τους καλύψει από τις συνέπειες της ακρίβειας; Η «χαμηλότερη φορολογία» πάντως όχι. Αυτοί ας κόψουν τον λαιμό τους, αν ερμηνεύουμε σωστά τις κυβερνητικές δηλώσεις.

Καύσιμα στα ύψη, ρεύμα, σούπερ μάρκετ, μαζικές αυξήσεις ενοικίων είναι καιρό τώρα ο εφιάλτης του κάθε νοικοκυριού. Αν η κυβέρνηση ήταν ειλικρινής, θα εξηγούσε τουλάχιστον γιατί δεν βάζει πλαφόν στις αυξήσεις ρεύματος – όπως έπραξε η ισπανική κυβέρνηση –, αφού η ίδια μπορεί να επιδοτήσει μόνο μέχρι τις 600 κιλοβατώρες, όταν η μέση κατανάλωση των νοικοκυριών είναι η διπλάσια, όπως προκύπτει από την τελευταία αποτύπωση της ΕΛΣΤΑΤ το 2013, εν μέσω μνημονίου.

Αν ήταν ειλικρινές το ενδιαφέρον της για τις συνέπειες της αύξησης των καυσίμων στο σύνολο της οικονομίας, θα μείωνε τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, που είναι οι υψηλότεροι στην Ευρώπη και προκαλούν εδώ και χρόνια τις διαμαρτυρίες όλων των παραγόντων της αγοράς. Αλλά ούτε αυτό κάνει.

Πώς, λοιπόν, περιμένει να αντιμετωπιστεί η ακρίβεια; Με προσευχές; Ή με ξόρκια; Πάντως όχι μέσω της αύξησης του… διαθέσιμου εισοδήματος. Εκτός εάν αναφέρεται μόνο σε αυτούς που μπορούν να αντέξουν ούτως ή άλλως. Και για τους υπόλοιπους τα είπαμε: ας κόψουν τον λαιμό τους…

από topontiki

 https://teleytaiaexodos.blogspot.com/2021/10/blog-post_594.html