Παρασκευή 4 Μαρτίου 2022

Ο Μπισμπίκης, η Βανδή, και η «Δημοσιογραφία τής Συμφοράς»

Ο Μπισμπίκης, η Βανδή, και η «Δημοσιογραφία τής Συμφοράς»
 

Θλιβερές εκπομπές που παράγουν είδηση χωρίς είδηση.
 

Διάρκεια ανάγνωσης: 10 λεπτά

 

Ο Χρόνος είναι η απόλυτα διαστολική -όπως και συστολική- έννοια.

Ο Χρόνος διαστέλλεται -όπως και συστέλλεται- ανάλογα με την Ανθρώπινη Διάθεση.

Σήμερα μάς ενδιαφέρει η Διαστολή τού Χρόνου,

καθώς αυτή θα μάς οδηγήσει σημειολογικώς στην απρόσμενη συνέχεια…

 

Βιαζόμαστε να πάμε στην εργασία μας διότι έχουμε αργήσει,

περιμένουμε δεύτεροι στο φανάρι, ανάβει πράσινο,

ο μπροστινός αργεί ένα δευτερόλεπτο να ξεκινήσει 

και ξεστομίζουμε με αγανάκτηση «Άϊντε… Μια ώρα κάνεις…».

 

Η συγκεκριμένη σουρεαλιστική κατάσταση μεγεθύνεται έτι περαιτέρω, 

όταν βιώνουμε κάποιο γεγονός που είναι σημαντικό για τη ζωή μας.

Μπαίνει, επί παραδείγματι, ένα αγαπημένο μας πρόσωπο στο χειρουργείο,

και η ώρα μάς φαίνεται «αιώνας».

 

Αυτές ήταν μόνον δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις

από τις αναρίθμητες -άλλοτε χαριτωμένες και άλλοτε αγωνιώδεις- καταστάσεις

που πιστοποιούν ότι ο Χρόνος είναι η Απόλυτη Διαστολή.

Και τώρα έρχεται το ερώτημα που θα θέσει τη σκέψη σας σε εγρήγορση..:

Ποια είναι η δεύτερη τη τάξει διαστολική έννοια;

Ποια έννοια είναι η μοναδική που ανταγωνίζεται τον Παντοκράτορα Χρόνο σε διαστολή;

 

Η απάντηση είναι «Η Νεοελληνική Δημοσιογραφία».

 

Σάς αφήνω προσωρινώς να σκέφτεστε το «Γιατί;»

και σάς καλώ να ταξιδέψουμε -για λίγο- πίσω στον Xρόνο,

διότι υπάρχει μία εξαιρετικά διδακτική ρετροσπεκτίβα που μάς περιμένει

για να μάς εξηγήσει φαινόμενα που ταλανίζουν έως και σήμερα την κοινωνία μας…

 

Ήταν Απρίλιος τού 1987

-μόλις δύο μήνες πριν η Εθνική Ελλάδος γράψει το πρώτο έπος της στο μπάσκετ-

όταν έβγαινε στην κυκλοφορία το παρθενικό τεύχος ενός περιοδικού

που έμελλε να διεμόρφωνε το «Lifestyle» μίας ολόκληρης χώρας

και να αποτελέσει από μόνο του «Εποχή»:

ο Πέτρος Κωστόπουλος και ο Άρης Τερζόπουλος γεννούσανε το «ΚΛΙΚ».

 

Υπάρχει μία έξοχη κοινωνιολογική ρήση που λέει
«Για να πετύχεις στην Πολιτική,

βρες ένα πλήθος που πηγαίνει κάπου, και μπες μπροστά του…».

Το «ΚΛΙΚ» εφήρμοσε απολύτως επιτυχημένα ετούτην τη «συνταγή»,

δίνοντάς της ευρύτερα χαρακτηριστικά

και συλλέγοντας ετερόκλητα πλήθη

που ήθελαν διακαώς να πάνε στα ονειρεμένα «κάπου» τού πάλαι ποτέ «ΠΑ.ΣΟ.Κ.».

 

Η αύρα των δύο πρωτοπόρων εκδοτών, ο ελιτίστικος αντικομφορμισμός τους,

η εκκεντρική ματιά τους, οι ανησυχίες τους, η ψαγμένη αισθητική τους,

και -κυρίως- η έξοχη ισορροπία τους

ανάμεσα στην Αντισυστημικότητα και στη Συστημικότητα,

μετετράπησαν σε ιδιότυπο «άγγιγμα τού Μίδα»

όπου ακόμη και το «τίποτα» αναβαθμιζόταν σε «χρυσάφι».

Μία αναφορά στο «ΚΛΙΚ» παρήγαγε εκκωφαντική υπερ-αξία.

 

Ξάφνου αυτό το περιοδικό,

αυτό το έντυπο που έκανε στη θεματολογία του τεράστια άλματα λογικής

και μετέτρεπε τον όρο «Ποικίλη Ύλη» σε πανάκριβη αστερόσκονη,

έγινε το «Απόλυτο Must», το «Απόλυτο Πρέπει».

Εδώ είχαμε να κάνουμε κυριολεκτικώς με φαινόμενο,

όπου μπλέκονταν η Κοινωνία, οι Τέχνες, οι Νέες Τάσεις, η Μόδα, η «Show-Biz», το Σεξ. 

Ανεγίγνωσκες το «ΚΛΙΚ» και απεκτούσες ακαριαία πρόσβαση στην Εξουσία. Ανεγίγνωσκες το «ΚΛΙΚ» και απεκτούσες ακαριαία πρόσβαση στην Αδρεναλίνη.

Ανεγίγνωσκες το «ΚΛΙΚ» και απεκτούσες ακαριαία πρόσβαση στην Καύλα.

Με μία λέξη: ΠΟΛΙΤΙΚΗ.

 

Τα πλήθη συνέρρεαν·

έπρεπε να διέθετες απίστευτα αντισώματα για να μην ενέδιδες στη γοητεία τού «ΚΛΙΚ»,

αλλά δεν υπήρχε και λόγος να διέπραττες αυτήν τη μάταια αντίσταση.

Το «πανηγύρι» βρισκόταν εν πλήρη εξελίξει,

οι ατομικές και συλλογικές προφητείες έπρεπε να (εκ)πληρωθούν…

 

200 δραχμές ήταν η τιμή τού τεύχους·

μηδαμινό εισιτήριο σε σχέση με την ανταποδοτικότητα που προσποριζόσουν σε επίπεδο ονειρώξεων.

Οι αγοραστές-αναγνώστες αυξάνονταν με γεωμετρική πρόοδο,

το περιοδικό ανέβαζε διαρκώς και με ιλιγγιώδη ταχύτητα τις μετοχές του.

Πολλοί ήταν αυτοί που είχαν το «ΚΛΙΚ» στο σπίτι τους,

λίγοι και εκλεκτοί ήταν αυτοί που φιλοξενούνταν στις σελίδες του,

ακόμα λιγότεροι αυτοί που εργάζονταν για τις σελίδες του.

 

Η Ψαγμενιά τού «ΚΛΙΚ» εδημιούργησε ένα καινούργιο ρεύμα·

ανάμεσα στα ήδη σεσημασμένα νεοελληνικά όνειρα,

ήρθε να προστεθεί ένα όνειρο που ουδείς μέχρι τότε επερίμενε:

«Θέλω να γίνω δημοσιογράφος στο “ΚΛΙΚ”.»

(προσέξτε·

όχι «Θέλω να γίνω δημοσιογράφος.»,

αλλά «Θέλω να γίνω δημοσιογράφος στο συγκεκριμένο περιοδικό.»).

 

Ήταν πανίσχυρα τα κίνητρα για να επεδίωκες κάτι τέτοιο,

διότι αυτομάτως σού άνοιγαν όλες οι πόρτες.

Συναναστρεφόσουν με πολιτικούς, με επιχειρηματίες,

με ηθοποιούς, με τραγουδιστές, με ποδοσφαιριστές, με μοντέλα·

αν δημοσιογραφούσες στο «ΚΛΙΚ»,

είχες ανοιχτό εισιτήριο στα πανάκριβα εστιατόρια, στα χλιδάτα clubs,

στις privé παρτούζες τής Μυκόνου.

 

Αναποφεύκτως, σύντομα ξεκινήσανε τα παρατράγουδα·

η Αλαζονεία, η Καταχρηστικότητα, η Επιδεικτικότητα, η Αλλοίωση,  

ήρθαν να υποδαυλιστούν σε απόλυτο βαθμό

όταν (σ)το -ποικιλοτρόπως «βρόμικο»- ’89 μπήκε στη ζωή μας η Ιδιωτική Τηλεόραση.

 

Εκεί κορυφώθηκαν τα ντράβαλα,

καθώς η θλιβερή Νεοελληνική Αισθητική έβρισκε πια την κινούμενη εικονογράφησή της.

Τώρα, βαφτιζόσουν «δημοσιογράφος» εν μία νυκτί,

καθώς οι αυξημένες ανάγκες για στελέχωση των νεοσύστατων καναλιών,

αφαιρούσαν από τη λίστα των κριτηρίων τον Υψηλό Πήχυ.

 

Ε, αν συνυπολογίσουμε τη διαχρονική ημεδαπή παθογένεια,

όπου όλα κινούνται πάνω στη ράγα τού αναξιοκρατικού μότο «Ο Γνωστός τού Γνωστού»,

ήρθε με τα χρόνια ο πλήρης ευτελισμός τού πάλαι ποτέ λειτουργήματος.

 

Τι λέγαμε στο ξεκίνημα τού παρόντος πονήματος;

Λέγαμε για τον Χρόνο και για τις διαστολές του.

Αργεί ο άλλος για ένα δευτερόλεπτο να ξεκινήσει στο πράσινο φανάρι

και μουγκρίζουμε αναγάγοντας το Δευτερόλεπτο σε… «Ώρα».

 

Επανερχόμαστε στο τέλος τού προλόγου:

Ποια είναι η δεύτερη τη τάξει διαστολική έννοια;

Ποια έννοια είναι η μοναδική που ανταγωνίζεται τον Παντοκράτορα Χρόνο σε διαστολή;

Η απάντηση είναι «Η Νεοελληνική Δημοσιογραφία».

 

Έχουμε αφήσει αναπάντητο το «Γιατί;».

Κι όμως,

η λύση είναι απλούστατη και βρίσκεται στην ετυμολογία τής επίμαχης λέξης:

«Δημοσιογραφία» εστί «Δημόσια Γραφή».

«Δημοσιογραφώ» σημαίνει «Γράφω δημοσίως».

 

Πόσοι από αυτούς που εμφανίζονται στις οθόνες μας και δηλώνουν «δημοσιογράφοι»,

έχουν γράψει έστω κι ένα δημόσιο κείμενο στη ζωή τους;

Λίγοι.

Και ακόμη χειρότερα,

πόσοι από αυτούς που αποτελούν το ήδη ανεπαρκέστατο ποσοστό,

έχουν γράψει έστω κι ένα αξιόλογο δημόσιο κείμενο στη ζωή τους;

Ελάχιστοι.

 

Η δεκαετία τού ’90 έχει βάλει τη σφραγίδα της στο «Σήμερα»,

καθώς τότε ήταν που εξεκίνησε η τεράστια κατρακύλα.

Αμόρφωτα, απαίδευτα, ακαλλιέργητα, ατάλαντα όντα,

οπλίζονταν από τούς πάτρωνές τους με ένα μικρόφωνο

και ξεχύνονταν με το «μαρκούτσι» στο χέρι να διασπείρουν την ασημαντοσύνη τους

υπό τας ευλογίας των αφεντικών τους.

Παντελής απουσία ευστροφίας. Κουτοπονηριά. Φτήνια. Στερεοτυπίλα.

Κουτσομπολιό χειρίστου είδους και χειρίστης αισθητικής.

Ας όψεται η τραγική δεκαετία τού ’90 

που ανεβάπτισε με κάθε επισημότητα τον Νεοέλληνα Κτηνοβάτη σε Αστό.

 

Οι ερωτήσεις των ουδέποτε δημοσιογραφούντων δημοσιογράφων; Μονίμως οι ίδιες.

«Είσαι ερωτευμένη αυτόν τον καιρό;».

«Πότε θα ανεβείτε τα σκαλιά τής εκκλησίας;».

«Τι κάνεις και είσαι τόσο όμορφη;».

Και βεβαίως,

η απολύτως γελοία και πανηλίθια ρητορική ερώτηση «Πώς αισθάνεσαι;»,

με ευρύτατη γκάμα θυμάτων,

καθώς υποβαλλόταν σε στιγμές έκδηλης ευτυχίας και σε στιγμές έκδηλης δυστυχίας

(ναι, ακόμη κι ένας γονιός που θρηνούσε πάνω από το μνήμα τού παιδιού του,

καλούταν να αντιμετωπίσει την εν λόγω ερώτηση

που ξεστομιζόταν από το κάθε μαρκουτσοφόρο μαλακιστήρι).

 

Κι όταν εξαντλούταν το -ούτως ή άλλως- πάμφτωχο «οπλοστάσιο-ερωτηματολόγιο»,

εκεί η Ξευτίλα έφτανε στην υπέρτατη εκδοχή της

μέσα από την αδιανόητα θλιβερή ικεσία των εκλιπαρούντων τιποτίσκων:

«Μία δήλωση…».

 

Ναι, για τέτοια κατάντια και για τέτοια παρακμή μιλάμε·

επί τρεις δεκαετίες, η ίδια παρακμή,

όπου ενίοτε αλλάζουν μεν τα πρόσωπα,

αλλά η κυρίαρχη κουλτούρα παραμένει ακλόνητη και διαρκώς επιδεινούμενη.

Τι θα κάνει ο Αμόρφωτος, ο Απαίδευτος, ο Ακαλλιέργητος, ο Ατάλαντος,

προκειμένου να διατηρήσει τη θεσούλα του στο Σύστημα..;

ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ. ΥΠΟΧΩΡΗΣΕΙΣ. ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ.

 

Όταν δεν αξίζεις τη θέση σου, θα κάνεις οτιδήποτε για να την κρατήσεις.

Αν είσαι αμόρφωτος, απαίδευτος, ακαλλιέργητος, ατάλαντος,

αυτομάτως μειώνονται δραματικά και συντριπτικά οι πιθανότητες

να είσαι αξιοπρεπής, ηθικός, υπερήφανος.

 

Εάν, μάλιστα, συνυπολογίσουμε,

ότι αναρίθμητα τέτοια άτομα καταφέρνουν να αναρριχηθούν στο Σύστημα

και φτάνουν να κατέχουν «θέσεις-κλειδιά»,

αντιλαμβανόμαστε τη δυστοπική μεταλαμπάδευση που επιφυλάσσουν για τα ενεργούμενά τους.

 

Σίγουρα, ο τίτλος «Ο Μπισμπίκης, η Βανδή, και η “Δημοσιογραφία τής Συμφοράς”»,

απετέλεσε για πολλούς και πολλές από εσάς τον «κράχτη» για να κάνετε «κλικ»

και να εισέλθετε σε ετούτο το πόνημα.

Όχι, μην ανησυχείτε, δεν σάς ενέπαιξα, ούτε μετήλθα μαρκετίστικο «τρικ»·

απλώς, όφειλα -σε επίπεδο ιεράρχησης- να προτάξω την Αιτία.

Αμέσως τώρα, λοιπόν, ερχόμαστε στην Αφορμή.

 

Παρηκολουθούσα εχθές την εκπομπή «Το Πρωϊνό»  

και κυριολεκτικώς έφριξα, εξοργίστηκα, αισθάνθηκα αποστροφή,

για ένα κατ’ ευφημισμόν ρεπορτάζ που είχε ως «θύμα» τον Βασίλη Μπισμπίκη.

Το μαρκουτσοφόρο ον στάθηκε μπροστά στον δημοφιλή και ταλαντούχο ηθοποιό-σκηνοθέτη,

έχοντας ως ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΚΙΝΗΤΡΟ και ως ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

να τον ρωτήσει για τη σχέση του με τη Δέσποινα Βανδή.

Σάς παραθέτω αυτολεξεί τον -κυριολεκτικώς πεζοδρομιακό- διάλογό τους

(ναι, η σύντομη  και -κυρίως- βιαστική «συνέντευξη» έλαβε χώρα σε ένα πεζοδρόμιο):

- Πώς είστε;

- Καλά είμαι. Μια χαρά… (αμήχανο καταφατικό κούνημα κεφαλιού)

- Να σάς ρωτήσωωω…

Αρχικά, συγχαρητήρια και για τις δύο παραστάσεις,

οι οποίες είναι κι οι δύο «sold out».

Εεε, ετοιμάζετε κάτι καινούργιο;

- Όχι, αυτήν τη στιγμή, όχι, όχι.

(επανάληψη λέξεων από τον συνεντευξιαζόμενο,

ως σαφής έκφραση τής συνεχιζόμενης αμηχανίας που τού ενισχύεται από την ανόητη ερώτηση)

Αυτές οι δύο παραστάσεις και ξεκουράζομαι.

- Εεε, θα δούμε κάποια περιοδεία το καλοκαίριιι..; Θα..;

- Κάτι ετοιμάζω για το καλοκαίρι,

αλλάαα…, δεν είναι ακόμα η στιγμή, δεν μπορώ να το πω ακόμα.

Δεν είναι ανακοινώσιμο, δηλαδή.

(επανάληψη εννοιών από τον συνεντευξιαζόμενο,

ως σαφής έκφραση τής συνεχιζόμενης αμηχανίας

που τού ενισχύεται έτι περαιτέρω από τη διαδοχική ανόητη ερώτηση·

ποιος σοβαρός άνθρωπος θα καθίσει αρχές Μαρτίου

να λέει σε έναν άγνωστό του -και δη, στο πεζοδρόμιο- για το καλοκαιρινό πρόγραμμά του)

- Εεε…, με το τηλεοπτικό κομμάτι; Θα σάς δούμε σε κάποια σειρά μήπως;

- Δεν νομίζω, δεν νομίζω.

(η επαναληπτικότητα συνεχίζεται από τον συνεντευξιαζόμενο,

ο οποίος είναι πια έκδηλο ότι εκτός από αμηχανία αισθάνεται και νευρικότητα

εξ αιτίας των απανωτών ανόητων ερωτήσεων·

εξ ου και διατυπώνει κοφτά τις αρνήσεις του)

Τώρα, αυτήν τη στιγμή θα αφιερωθώ στο θέατρο πιο πολύ. Δεν έχω να κάνω κάτι άλλο.

- Θα ασχολιόσασταν με τον κινηματογράφο, με την ταινία,

να κάνατε μία δικιά σας ταινία..;

- Ααααα…, κοίτα, εμείς κάναμε μια ταινία που ήτανε το «Άνθρωποι και Ποντίκια»·

δηλαδή, το τραβήξαμε σε μορφή ταινίας…

(εδώ ο συνεντευξιαζόμενος μάς βοηθάει να αντιληφθούμε

ότι ο κατ’ ευφημισμόν ρεπόρτερ είναι ΚΑΙ ανενημέρωτος για τις δραστηριότητές του)

Εεε…, μέχρι εκεί· ό,τι έχει να κάνει με την ομάδα.

Από ’κεί κι έξω, δεν έχω σκεφτεί κάτι·

είναι πολύ μεγάλο πράγμα να κάνεις μια ταινία,

οπότε εγώ δεν γνωρίζω και τόσο καλά το αντικείμενο για να το κάνω.

- Κατάλαβα…

Και τώρα, λόγω τής επικαιρότητας να σάς ρωτήσω…

Εεε… Εσείς, ασχολείστε με τον Αθλητισμό;

- Εεε, έκανα kick-boxing κάποτε· τώρα, τελευταία, το έχω αφήσει.

- Ένα μήνυμα που θα στέλνατε για τα άτομα που ’χουνε φανατιστεί,

και γενικότερα, έγινε και το συμβάν με τον Άρη…

(εννοεί τον δολοφονημένο φίλαθλο τού Άρη, Άλκη Καμπανό)

- Μακριά από φανατισμούς.

Μακριά από ακραία τέτοια φαινόμενα· ο Αθλητισμός είναι χαρά, υγεία, και μέχρι εκεί.

- Η κυρία Δέσποινα Βανδή θα παρουσιάσει το «Chart Show»..;

- Ε, καλή της τύχη.

- Εεε… Πώς πιστεύετε ότι θα το παρουσιάσει; Δηλαδήηη…

- Δεν ξέρω. Αυτό δεν μπορώ να σού πω…

(απηυδισμένος από την ασταμάτηση φλυαρία και ανοησία τού συνεντευξιαστή του,

ο Βασίλης Μπισμπίκης γυρίζει και απομακρύνεται, δίνοντας τέλος στο βασανιστήριό του)


ΘΛΙ-ΒΕ-ΡΟ.
Η Απόλυτη Παρακμή.
1 λεπτό και 15 δευτερόλεπτα τηλεοπτικής σαβούρας.
75 δευτερόλεπτα βάρβαρης κακοποίησης τής έννοιας «Ρεπορτάζ».
75 δευτερόλεπτα που φάνηκαν αιώνας (να ’την πάλι η Διαστολή τού Χρόνου).

ΝΤΡΟΠΗ.

Ντροπή σε αυτό το ατάλαντο μαρκουτσοφόρο ον

και -κυρίως- ΝΤΡΟΠΗ σε αυτούς που οπλίζουν το ατάλαντο ον με ένα «μαρκούτσι».

Καμία ευστροφία.

Καμία ευελιξία στην κουβέντα.

Καμία επαφή με τον συνεντευξιαζόμενο.

Το δόγμα «Προτιμώ να κάνω μία ηλίθια ερώτηση, παρά να σιωπήσω.»,

είναι παρόν, επαναλαμβανόμενο και επιδεικτικά παρελαύνον.

Ανέμπνευστες ερωτήσεις που απλώς έρχονται να πλαισιώσουν το αρχικό σχέδιο.

Ποιο είναι το αρχικό σχέδιο, ποιος είναι ο στοχευόμενος τίτλος;

«Ο Βασίλης Μπισμπίκης μιλάει για τη Δέσποινα Βανδή».

 

Εδώ, λοιπόν,

είναι η κατάλληλη στιγμή να προσεγγίσουμε διεξοδικώς  

την περιβόητη έννοια που λαϊκότροπα ορίζεται ως «Κουτσομπολιό».

Προσωπικά μιλώντας, δεν είμαι αφοριστικός προς το Κουτσομπολιό·

με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο,

είτε σε αποκλειστικώς ιδιωτικό περιβάλλον με τούς κολλητούς μας, με τούς φίλους μας, 

ή και ευρύτερα με τις παρέες μας,

όλοι το διαπράττουμε.

Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι αυτό που διαχωρίζει και διαβαθμίζει τις μορφές κουτσομπολιού,

είναι η αισθητική που διαθέτει ο κάθε άνθρωπος.

Ε, στην προκειμένη περίπτωση είχαμε να κάνουμε με θλιβερή, κατατονική, ανοργασμική αισθητική.

 

Πάμε κι ένα βήμα παραπέρα…

Ποιο είναι το μιντιακό-κοινωνικό ζητούμενο 

στη σχέση τού Βασίλη Μπισμπίκη και τής Δέσποινας Βανδή;

Ποιο είναι το μιντιακό-κοινωνικό ζητούμενο

στην (όποια) σχέση τού (όποιου) Βασίλη Μπισμπίκη και τής (όποιας) Δέσποινας Βανδή;

Ποιο είναι το αφετηριακό ζητούμενο που οδηγεί τα «φώτα»

στον Βασίλη Μπισμπίκη και τη Δέσποινα Βανδή;

Η απάντηση είναι: το ΣΕΞ.

 

Το Σεξ είναι η Απόλυτη Αφορμή και η Απόλυτη Αιτία Κουτσομπολιού.

Λογικό και δικαιολογημένο·

η πράξη που ευθύνεται για την Αναπαραγωγή,

διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα απέναντι σε κάθε άλλη ενέργειά μας, 

διότι απευθύνεται στο αρχέγονο ένστικτό μας.

 

Εν κατακλείδι, η κινητοποίηση τής μαζικής περιέργειας,

εκφράζεται μεν διακριτικά μέσω τής ερώτησης «Έχουν σχέση ο Μπισμπίκης με τη Βανδή;»,

αλλά πρόκειται για μία φαρισαϊκή διακριτικότητα

που φέρνει ξωπίσω της όλην τη γυαλάδα που προσδίδει στα μάτια η Σεξουαλική Λιγούρα:

«Γαμιούνται ο Μπισμπίκης με τη Βανδή;»

 

Όχι, δεν χυδαιολογώ, 

οπότε μην τρομάζετε και μην αισχύνεστε κίβδηλα εσείς οι πουριτανοί·

το ρήμα «γαμέω-γαμώ»

προέρχεται από την κορυφαία κλικαδόρικη προσδοκία τής ζωής σας, που λέγεται «Γάμος».

 

Άρα το βασικό θέμα τού μιντιακού κουτσομπολιού, είναι ήδη λυμένο,

καθώς ο Βασίλης Μπισμπίκης και η Δέσποινα Βανδή

-όντες δύο ενήλικες που εκφράζουν ελεύθερα το ορμέμφυτό τους-

είναι δεδομένο ότι έχουν κάνει σεξ.

Ως εκ τούτου, τι ακριβώς επιδιώκεται από τις τραγικής αισθητικής εκπομπές,

που κυνηγούν λυσσαλέα τον Βασίλη και τη Δέσποινα;

Η απάντηση ξαφνιάζει: ΤΙΠΟΤΑ.

 

Όπως σάς το λέω: ΤΙΠΟΤΑ.

Δεν υπάρχει Στόχος, δεν υπάρχει Σκοπός,

οι ερωτήσεις γίνονται για να γίνονται,

η «Είδηση» παράγεται από το Τίποτα και είναι ένα «τίποτα».

 

Είναι συγκλονιστικό·

ο Βασίλης Μπισμπίκης σε αυτήν τη «συνέντευξη» έχει καθαρά διακοσμητικό ρόλο

(εξ ου και ετόνισα με κόκκινα γράμματα τις ερωτήσεις που δέχθηκε, και όχι τις απαντήσεις του).

Ο Μπισμπίκης γίνεται διακοσμητικός, γίνεται «μπρελόκ»,

και αρκεί μόνο και μόνο που παρίσταται,

προκειμένου ένα ολόκληρο σύστημα Σαπίλας να βρει το άλλοθι ώστε να δημιουργήσει την «Είδηση».

 

Ο τίτλος θα βγει έτσι κι αλλιώς.

Ο τίτλος θα βγει πάση θυσία.

Σε ρωτάνε και δεν απαντάς;

Ο τίτλος θα είναι

«Η αντίδραση τού Βασίλη Μπισμπίκη όταν ρωτήθηκε για τη Δέσποινα Βανδή».

Σε ρωτάνε και απαντάς μονολεκτικά ή εντελώς τυπικά;

Ο τίτλος θα είναι

«Η απάντηση τού Βασίλη Μπισμπίκη όταν ρωτήθηκε για τη Δέσποινα Βανδή».

Έκανες το λάθος να μιλήσεις ανοιχτά;

Έχει κρέμασμα στα μανταλάκια για μήνες.

Έκανες το «λάθος» να εκφράσεις την ανία ή την αποστροφή σου για την πίεση που σού ασκούν;

Επίσης κρέμασμα στα μανταλάκια για μήνες.

 

ΠΑΡΑΣΙΤΑ. ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΑ ΠΑΡΑΣΙΤΑ.

Εκτελεστικά όργανα μίας άνωθεν κατευθυνόμενης υποκουλτούρας,

ώστε να προάγονται και να διασπείρονται προς την Κοινωνία

τα χαμηλού πήχεως πρότυπα που την κρατάνε καθηλωμένη.

 

Η Τεχνική τού Παρασιτισμού.

Είδηση χωρίς Είδηση.

Ανυπαρξία Στόχου.

Ανυπαρξία Σκοπού.

Ακόμη κι αν σε αυτό το μικροαστικό «παιχνιδάκι» υπάρχουν αρχικώς ένας στόχος κι ένας σκοπός,  

στην πορεία χάνονται εντελώς. 

 

Αμόρφωτοι, απαίδευτοι, ακαλλιέργητοι, ατάλαντοι, ασήμαντοι ρεπορτερίσκοι, 

τρέχουν γλοιωδώς πίσω από το κάθε δημόσιο πρόσωπο,  

προκειμένου να ξεράσουν την ανυπόφορη ανοησία τους 

και να εκτονωθούν ξεστομίζοντας όποια άκαιρη ερώτηση τούς κατεβαίνει στην γκλάβα.

 

Με ενοχλεί αφόρητα το ψέμα τους.

Με ενοχλεί αφόρητα η υποκρισία τους.

Προσπαθούν -ανεπιτυχέστατα στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων-

να ξεγελάσουν τον συνομιλητή τους για τις πραγματικές προθέσεις τους.

Επιδεικνύουν προσποιητό ενδιαφέρον,

κάνουν ερωτήσεις χωρίς υπόβαθρο, χωρίς ουσία, χωρίς την παραμικρή σπουδή,

πλατειάζουν αφόρητα ζητώντας να τούς μιλήσεις περί ανέμων και υδάτων,

αλλά ούτε στους ανέμους και στα ύδατα δύνανται να ανταπεξέλθουν.

 

Όντα που είναι ανίκανα να εμπνεύσουν τον εκάστοτε συνομιλητή-συνεντευξιαζόμενο.

Φλύαρα όντα. Βαρετά όντα. Κατατονικά όντα. Μαρκουτσοφόρα όντα.

Όντα χωρίς τη μαγκιά και τον αφοπλιστικό αυθορμητισμό

να πάνε στον Μπισμπίκη και να τού πουν κοφτά

«Ρε Βασίλη, τι γυναικάρα έχεις δίπλα σου..! Μίλα μας για την πάρτη της…»

ή να τού κάνουν ένα χιουμοριστικό -ας είναι και υπερβατικό- σχόλιο,  

που ίσως τον ξεκλειδώσει και τον οδηγήσει να πει και μια κουβέντα παραπάνω... 

 

Και κάτι ακόμη..:

Χωρίς να εξομοιώνω καταστάσεις και χωρίς να εξισώνω τα Ανεξίσωτα,

θεωρώ ότι το θλιβερό θέαμα που προεβλήθη χτες στην εκπομπή «Το Πρωϊνό»,  

είναι ύβρις προς τούς Έλληνες πολεμικούς ανταποκριτές

που -όντες ευρισκόμενοι στην Ουκρανία-

ρισκάρουν ετούτες τις μέρες τη ζωή τους για την Ενημέρωση!

 

Επιμύθιο:

Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον

και αυτό που ειπώθηκε αφ’ ότου ολοκληρώθηκε το ντροπιαστικό «ρεπορτάζ».

 

Η Φαίη Σκορδά,

αντί να αισχυνθεί από την παντελώς ανούσια-άχρωμη-άοσμη-άγευστη «συνέντευξη»

που είχε προσκομίσει ο συνεργάτης της, 

προέβη χασκογελώντας στο εγκωμιαστικό σχόλιο

«Εγώ θα πω συγχαρητήρια στον δημοσιογράφο μας,

γιατί τώρα τελευταία δεν είναι ότι μιλάει και πολύ ο Μπισμπίκης.».

 

Έτσι απλά βαφτίζεται ένα μαρκουτσοφόρο ον ως «δημοσιογράφος»·

αρκεί να δεχθεί μία «Σκορδά» να γίνει η νουννά του,

αρκεί να γίνει «πνευματική μητέρα» του  

η γυναίκα που έχει ξεστομίσει το «Αίγιο Πέλαγος» και το «σύνδρομο… “DownTown”».

ΝΤΡΕΠΕΤΑΙ ΚΙ Η ΝΤΡΟΠΗ.

 

Ο Υπο-Κοσμικός

 (Twitter: @Ypokosmikos
https://twitter.com/Ypokosmikos)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Οποιοσδήποτε κάνει σχόλια φέρει και την ευθύνη αυτών που λέει και ο κάθε αναγνώστης είναι ελεύθερος να τον χαρακτηρίζει από αυτά. Παρόλα αυτά ,γνώμες από κομματόσκυλα θα διαγράφονται γιατί η εποχή τους πέρασε, ότι έφαγαν έφαγαν και όσο κακό έκαναν στην Ελλάδα έκαναν.